Tόμος 1, τεύχος 4, Σεπτέμβριος 1999

Κορομπόκης Δημήτρης, Κοτίνης Χρήστος (1999)
"Θεσσαλονίκη, πολυπρόσωπη πόλη"
Virtual School, The sciences of Education Online, τόμος 1, τεύχος 4, Σεπτέμβριος 1999 http://www.auth.gr/virtualschool/1.4/Praxis/KotinisThessaloniki.html
Οι παραπομπές στα άρθρα, που δημοσιεύει το περιοδικό, πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τις παραπάνω πληροφορίες.


*Εργασία που εκπονήθηκε στα πλαίσια των μαθημάτων της Θ. Ανθογαλίδου.
Επιμέλεια, διορθώσεις Θ. Ανθογαλίδου

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1. ΣΥΝΤΟΜΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΗΣ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

2. ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΉ  ΑΝΑΠΤΥΞΗ

3. ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΗ  ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

4. ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗ  ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

5. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΉ  ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

6. ΣΧΕΣΕΙΣ  ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

7. ΜΟΥΣΙΚΗ

8. ΓΑΛΕΡΙΑΝΟ  ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ – ΡΟΤΟΝΤΑ

9. ΠΑΝΑΓΙΑ  ΧΑΛΚΕΩΝ

10. ΛΟΥΤΡΑ

11. YAHUDI  HAMAMI

12. ΓΛΩΣΣΑΡΙ

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σημειώσεις


1. ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Η Θεσσαλονίκη είναι από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές πόλεις με τόση μακραίωνη και αδιάλειπτη ιστορική διαδρομή. Είναι μια πόλη που έζησε και ζει, μια πόλη μητροπολιτικού και αστικού χαρακτήρα, μια πόλη που βίωσε την πολυπολιτισμικότητα, μια πόλη που γνώρισε κατακτητές και καταστροφές, αίγλη και οικονομική ευρωστία, μια πόλη που έχει συνθέσει την ιστορία της από τη διαφορετικότητα των κατοίκων της.

Η ιστορία της Θεσσαλονίκης σχηματικά διαιρείται σε πέντε περιόδους : την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή, τη βυζαντινή, την περίοδο της τουρκοκρατίας και τη σύγχρονη ελληνική (Χασιώτης, 1985: 142). Το 315 / 316 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος συνοικεί 26 διάσπαρτους παράλιους και μεσόγειους οικισμούς (πολίσματα) και δίνει στη νέα πόλη το όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου (Βακαλόπουλος, 1985). Η σωστή επιλογή της γεωγραφικής θέσης της νέας πόλης (εύκολη σύνδεση της ενδοχώρας με τη θάλασσα, σταυροδρόμι ανατολής – δύσης, επίκαιρη θέση στη βαλκανική χερσόνησο), συντελεί στην γρήγορη εξέλιξη της πόλης. Έτσι, κατά την ελληνιστική περίοδο, αναγείρονται τα περιμετρικά τείχη και αυτά της ακρόπολης, οργανώνεται το κοινοτικό σύστημα αυτοδιοίκησης, εγκαθίστανται οι πρώτοι Ιουδαίοι και εισάγονται ξένες θρησκευτικές λατρείες, κυρίως από την Αίγυπτο (Χασιώτης, 1985).

 Η πόλη την περίοδο αυτή φαίνεται να καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της σημερινής εντός των τειχών πόλης  και το ανατολικό τείχος της ελληνιστικής περιόδου τοποθετείται στο ύψος της εκκλησίας της Αχειροποιήτου (Μακρή, 1983: 12). Οι πληροφορίες που έχουμε για την περίοδο αυτή είναι λίγες, βεβαιωμένα λείψανα κτιρίων δεν υπάρχουν, υπάρχουν μόνο κινητά ευρήματα, κύρια από τάφους. Μοναδικό μνημείο της εποχής, ο μακεδονικός τάφος στη οδό Αλ. Παπαναστασίου, εκτός των τειχών της πόλης.

Τα 168 π.Χ. η Θεσσαλονίκη ακολουθεί την τύχη του μακεδονικού κράτους, υποτάσσεται στους Ρωμαίους και γίνεται πρωτεύουσα του διοικητικού αυτόνομου τμήματος (region), που περιελάμβανε την περιοχή από τον Αξιό ως το Στρυμόνα ποταμό (Βακαλόπουλος, Απ., 1985). Το 148 π.Χ. (ο Χασιώτης αναφέρει το 146 π.Χ., 1985, σ.142) η Μακεδονία ανακηρύσσεται ρωμαϊκή επαρχία, έδρα ρωμαίου στρατηγού, με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη.

Ο φυσικός δρόμος Αξιού – Μοράβα, που οδηγεί στην Κεντρική Ευρώπη, η κατασκευή της Εγνατίας οδού το 130 π.Χ. από τον ανθύπατο Γναίο Εγνάτιο (Δυρράχιο – Έβρος) και ο σχετικά ευρύχωρος «σκαπτός λιμήν», που βρισκόταν νότια της σημερινής καθολικής εκκλησίας του Αγίου Λουδοβίκου (οδός Φράγκων), κατέστησαν τη Θεσσαλονίκη και εμπορικό σταυροδρόμι και επίκαιρη βάση για διοικητικό έλεγχο και για πολεμικές επιχειρήσεις (Βακαλόπουλος, 1985). Το κέντρο της πόλης είναι η Αγορά (διαμορφώνεται στα μέσα του 2ου μ.Χ. αι.), που αποτελείται από δυο χώρους - πλατείες, λόγω της κλίσης του εδάφους. Η πρώτη πλατεία, που στους βυζαντινούς χρόνους ονομαζόταν «Μεγαλοφόρος», βρισκόταν μεταξύ των οδών Εγνατίας και Φιλίππου και η προσπέλαση προς αυτή γινόταν μέσο λαμπρής κιονοστοιχίας (στοάς) στολισμένης με ανάγλυφα των Διονύσου, Μαινάδας, Λήδας και Αριάδνης νότια και των Γανυμήδη, Νίκης και Αύρας βόρεια. Είναι η γνωστή στοά με τα ονόματα «Incantadas» (Μαγεμένες) ή «Είδωλα», που σήμερα βρίσκονται στο Λούβρο. Η δεύτερη πλατεία, η σημερινή πλατεία Δικαστηρίων, που έχει ανασκαφεί, βρίσκονταν μεταξύ των οδών Φιλίππου και Ολύμπου.

Κατά τη διάρκεια του 1ου π.Χ. αι. συγκροτείται σημαντική εβραϊκή κοινότητα κοντά στο λιμάνι. Στη συναγωγή της κοινότητας αυτής φαίνεται να κήρυξε ο Απ. Παύλος το 50/51 μ.Χ. Ο χριστιανισμός εδραιώνεται και το 305 μ.Χ. αποκτά έναν άγιο και η Θεσσαλονίκη τον διαχρονικό και διαφυλετικό προστάτη της, τον Άγιο Δημήτριο, που συνελήφθη και φυλακίστηκε γιατί δίδασκε το χριστιανισμό στις δυτικές στοές της Αγοράς, στη λεγόμενη Χαλκευτική Στοά (στην ίδια περιοχή επιζεί ακόμη και σήμερα η χαλκουργική τέχνη) και θάφτηκε στο ρωμαϊκό λουτρό, όπου μαρτύρησε.

Οι επιδρομές των πρώτων μετά Χριστό αιώνων αναγκάζουν την πόλη να οχυρωθεί (τέλη του 3ου  αρχές του 4ου αι.). Μετατοπίζεται το ανατολικό τείχος στη σημερινή του θέση, ώστε να περιλάβει τις επιβλητικές κατασκευές επί Γαλερίου, συναυτοκράτορα επί τετραρχίας με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Το γαλεριανό συγκρότημα παραμένει ακόμη και σήμερα ένα ζωντανό κομμάτι της πόλης, σημείο αναφοράς και συνάντησης των Θεσσαλονικέων.

Η βυζαντινή περίοδος αρχίζει το 330 μ.Χ. με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή αναπτύσσεται οικονομικά, δημογραφικά, πολεοδομικά και εξελίσσεται στο δεύτερο μεγάλο διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Το 380 ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος βαπτίστηκε στη Θεσσαλονίκη, ενώ λίγο νωρίτερα, κατά το ίδιο έτος (28/2/380), εξέδωσε το αυτοκρατορικό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο, οι υπήκοοι του κράτους όφειλαν ν’ ακολουθούν το δόγμα της Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας, διαφορετικά θα θεωρούνταν αιρετικοί (Ναλμπάντης – Θεοδωρίδης, 1983: 18). Την ίδια εντάσσεται και η βυζαντινή οχύρωση της πόλης. Λίγα χρόνια αργότερα ο Θεοδόσιος θα καταπνίξει στο αίμα εξέγερση του λαού της πόλης εναντίον του Βουτέριχου, διοικητή της γοτθικής φρουράς της πόλης. Σκοτώθηκαν 7.000 πολίτες, εκδίκηση του θανάτου του Βουτέριχου, αφού πρώτα παγιδεύτηκαν στον Ιππόδρομο (βρισκόταν στη σημερινή περιοχή Ιπποδρομίου), που έκτοτε δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε για αγώνες και θεωρήθηκε καταραμένος. Ακολούθησε περίοδος ανάπτυξης με λαμπρά κτίσματα της περιόδου τους ναούς της Αχειροποιήτου και του Αγίου Δημητρίου. Στην ίδια εποχή ανάγεται το καθολικό της μονής Λατόμου (πιο γνωστό ως Όσιος Δαυίδ) και η πεντάκλιτη βασιλική, που ερείπιά της βρίσκονται κάτω από το ναό της Αγίας Σοφίας (Ναλμπάντης – Θεοδωρίδης, 1983: 22).

Ακολουθούν, στα τέλη του 5ου αι., οι ονομαζόμενοι «σκοτεινοί αιώνες» με συνεχείς επιδρομές Οστρογότθων, Γότθων, Αβάρων, Ούννων και Σλάβων. Η καλή οχύρωση της Θεσσαλονίκης και τα «θαύματα» του προστάτη της αγίου, προστατεύουν την πόλη, όμως η ενδοχώρα λεηλατείται και ερημώνεται. Το 620 η πόλη συγκλονίζεται από σεισμό και τα αποτελέσματά του, δραματικά για τους κατοίκους, μετατρέπουν και τη μορφή της πόλης από μια παλαιοχριστιανική πόλη με μεγάλα οικοδομήματα σε πρωτοβυζαντινή με συρρίκνωση του πολεοδομικού της ιστού. Την εποχή αυτή κτίζεται ο ναός της Αγίας Σοφίας, που αν και μνημείο πολύ μεγάλης σημασίας, δεν παύει να είναι τρεις φορές μικρότερη από τη βασιλική που διαδέχεται (Ναλμπάντης – Θεοδωρίδης, 1983: 23). Η όψη της αλλάζει από σημαντικό διοικητικό και οικονομικό κέντρο σε κέντρο μιας ιεραποστολικής δραστηριότητας (Κύριλλος και Μεθόδιος 863 μ.Χ.) με οικονομικά ανθίσματα σε περιόδους ηρεμίας και με μια άμυνα τρωτή από τα παράλια τείχη, που φτάνουν μόλις το ανθρώπινο ύψος (Ναλμπάντης – Θεοδωρίδης, 1983: 24). Το 904 οι Σαρακηνοί σε μόνο τρεις ημέρες καταλαμβάνουν την πόλη, λεηλατούν, σφάζουν και εξανδραποδίζουν τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό.

Κατά τον 11ο αι., τη μεσοβυζαντινή περίοδο, η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει τις βουλγαρικές επιδρομές, ενός λαού που προσπαθεί να αποδεσμευτεί από τη βυζαντινή κηδεμονία και που εποφθαλμιά τη μεγάλη κοντινή πόλη που δίνει διέξοδο στη θάλασσα. Η ήττα τους το 1014 στο Κλειδί δημιούργησε προϋποθέσεις ανάπτυξης και ευημερίας τόσο για την πόλη όσο και για την ενδοχώρα. Την εποχή αυτή κτίζεται η Παναγία Χαλκέων (1078) σε χώρο «πριν βέβηλο», η πόλη έχει 100.000 κατοίκους και κατά τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου (Δημήτρια) η αγορά είναι εντυπωσιακή και διαβαλκανική. Στα τέλη του 12ου αι. η Θεσσαλονίκη γίνεται το κέντρο των Νορμανδικών πολέμων. Το 1185 κυριεύεται και λεηλατείται από τους Νορμανδούς της Κάτω Ιταλίας, όμως η κατοχή της πόλης δε διαρκεί περισσότερο από ένα χρόνο. Το 1204 ο Φράγκος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Βαλδουίνος παραχωρεί τη Θεσσαλονίκη και μεγάλο κομμάτι της Μακεδονίας στον Βονιφάτιο Μομφερατικό. Το 1224 η πόλη καταλαμβάνεται από τον ηγεμόνα της Ηπείρου Θεόδωρο Δούκα Κομνηνό Άγγελο, επίδοξο αυτοκράτορα, και τελικά το 1246 τόσο η πόλη όσο και η γύρω περιοχή γίνεται τμήμα της Αυτοκρατορίας της Νικαίας. Σε όλο αυτό το διάστημα η Θεσσαλονίκη είναι το επίκεντρο των πολέμων μεταξύ του Δεσποτάτου της Ηπείρου, των Βουλγάρων και της Αυτοκρατορίας της Νικαίας. Την περίοδο αυτή η Θεσσαλονίκη αντικαθιστά την Κωνσταντινούπολη ως καλλιτεχνικό και πολιτισμικό κέντρο. Ταυτόχρονα είναι το μεγάλο εμπορικό κέντρο της περιοχής, αναπτύσσεται η βιοτεχνία και δημιουργούνται οι βάσεις ανάπτυξης μιας μεσαίας τάξης και αυτονόμησης από την κεντρική εξουσία της Κωνσταντινούπολης.

Η Θεσσαλονίκη κατά την τελευταία βυζαντινή περίοδο, την περίοδο των Παλαιολόγων, όπως και όλο το Βυζάντιο παρουσιάζει μια αντίθεση ανάμεσα στην πολιτισμική άνθηση και την πολιτικοκοινωνική κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από αγώνες «δυνατών» κοινωνικά ομάδων να πάρουν την εξουσία στα χέρια τους και την άρνηση των αυτοκρατόρων να παραχωρήσουν έστω και μέρος της. Έτσι από τη μια κτίζονται μνημεία όπως η Αγία Αικατερίνη, ο Προφήτης Ηλίας, ο Άγιος Νικόλαος των Ορφανών, η Μονή Βλατάδων, οι Άγιοι Απόστολοι, ο Άγιος Παντελεήμονας, ο Σωτήρας και εμφανίζονται λόγιοι όπως οι Νικηφόρος Χούμος, Θωμάς Μάγιστρος, Ματθαίος Βλάσταρης, Βαρλαάμ, Γρηγόριος Ακίνδυνος, Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, Γρηγόριος Παλαμάς και Νικόλαος Καβάσιλας και οι καλλιτέχνες Γεώργιος Καλλιέργης, Μιχαήλ Αστραπάς και Ευτύχιος, και από την άλλη η διοικητική – πολιτική δύναμη της πόλης συρρικνώνεται από το ισχυρότερο, αυτή την εποχή, κράτος των Βαλκανίων, των Σέρβων, με ηγέτη τον κράλη Stefan Uros Il Milytin  (1284 –1321) και από τη συνεχή προέλαση των Οθωμανών. Όμως και οι κοινωνικές αντιθέσεις είναι ιδιαίτερα τεταμένες. Οι τρεις τάξεις της πόλης, «πένητες», «οι της μέσης τάξης άρχοντες» και «άρχοντες ή δυνατοί» στη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου πολέμου των δύο Ανδρόνικων (1231 – 1328) παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου διεκδικητή και μάχονται μεταξύ τους. Η διοίκηση της πόλης τελικά αφήνεται στην τάξη των δυνατών (1341), όμως ο ξεσηκωμός του λαού της πόλης το 1342 τον φέρνει στην εξουσία. Η πόλη ουσιαστικά ως το 1350 διοικήθηκε ως ανεξάρτητη «δημοκρατία» από τους Ζηλωτές, ιστορικό γεγονός πρωτόφαντο για την εποχή. Αντίστοιχες τάσεις με τον κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη παρατηρούνται στις Σέρρες και στην Αδριανούπολη. Το «δημοκρατικό» διάλειμμα δίδαξε πως είναι δυνατόν να αυτοδιοικηθεί μια πόλη και χωρίς άρχοντες. Την ίδια περίοδο η ορθοδοξία περνά βαθιά κρίση με τη σύγκρουση Ησυχαστών, με κύριο εκπρόσωπο και υπερασπιστή των ησυχαστικών ιδεών (αυστηρό ασκητικό πνεύμα, ανατολική Θεοσοφία – Θεολογία, μυστικιστικές ιδέες) τον Γρηγόριο Παλαμά και του μοναχού Βαρλαάμ, που απογοητευμένος από την πτώση του μοναχισμού υποστήριζε ιδέες της δυτικής σχολαστικής Θεολογίας. Το 1350 ο αυτοκράτορας Καντακουζηνός μπαίνει στην πόλη και καταστέλλει το κίνημα των Ζηλωτών. Λίγο αργότερα και παρά τις προσπάθειες του Μανουήλ Β' Παλαιολόγου, διοικητή της πόλης (1367 – 73) να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, τελικά μετά από πενταετή άμυνα η πόλη πέφτει στα χέρια τους το 1387, χωρίς όμως λεηλασία. Στα 1403 αποδίδεται και πάλι από τον Σουλεϊμάν στον Μανουήλ Β' και στα 1423 η πόλη παραδίδεται στη Δημοκρατία της Βενετίας, με εξασφάλιση των προνομίων των κατοίκων της. Τελικά η πόλη καταλαμβάνεται από τους Τούρκους το 1430, από τον Μουράτ  Β', αφού προηγουμένως η υπεροπτική αντιμετώπιση των κατοίκων της από τους Βενετούς οδήγησε πολλούς Θεσσαλονικείς να εγκαταλείψουν την πόλη.

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ  ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Με την έναρξη της Τουρκοκρατίας η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με ελάχιστους κατοίκους (1), τα περισσότερα σπίτια έρημα και μισογκρεμισμένα, το ίδιο και τα τείχη, οι εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα δημόσια κτίρια. Ο Μουράτ αποφασίζει την αναγέννηση της πόλης. Απελευθερώνονται, έναντι λύτρων, οι ευγενείς, υποχρεώνονται οι κάτοικοί της, που είχαν καταφύγει σε άλλα μέρη, να ξαναγυρίσουν, επιδιορθώνονται τα τείχη και τα φρούρια και εγκαθίστανται χίλιες οικογένειες Τούρκων από τα Γιαννιτσά στην πόλη (Δημητριάδης, 1983: 16). Ταυτόχρονα κτίζονται και τα πρώτα δημόσια κτίρια της περιόδου (το Bey Hamami αρχικά και αργότερα το τζαμί του Hamza Bey (1467-8), το τζαμί του Ishak Pasa (1484) πιο γνωστό ως ‘Αlaca 'Imaret, το μπεζεστένι, το Yehudi Hamami. Αμέσως μετά την άλωση γίνονται τζαμιά η Μονή του Προδρόμου, η Αχειροποίητος (Eski Cuma΄) και πιθανόν ο Προφήτης Ηλίας (Seray Atik Cami΄i) και ο ναός των Ταξιαρχών (Iki Serife). Ακολούθησαν ο Άγιος Δημήτριος το 1488 (Kasimiye), οι Άγιοι Απόστολοι γύρω στο 1520 (Cezeri Kasim Pasa), η Αγία Σοφία  το 1585 (Aya Sofya), η Ροτόντα το 1591 (Hortac Efendi). Σε καταγραφή των τζαμιών και τεμενών το 1835, υπάρχουν 34 τζαμιά και 49 τεμένη, το 1883 59 τζαμιά και τεμένη και το 1906 μόνο 54 (Δημητριάδης, 1983: 286). Η μείωση πρέπει να οφείλεται τόσο στην εγκατάλειψη της πόλης και στις φυσικές καταστροφές, όπως πυρκαγιές και σεισμοί καθώς και στις επιδημίες.

Στην αρχή Τούρκοι και Έλληνες ζουν ανακατωμένοι. Στους υψηλόβαθμους Τούρκους αξιωματούχους δόθηκαν οι μεγαλύτερες και καλύτερες μονές και εκκλησίες και τα πιο μεγάλα και όμορφα σπίτια ως mulk (ατομική περιουσία) και τα υπόλοιπα σπίτια και εκκλησίες στους υπόλοιπους Τούρκους. Ο Αναγνώστης αναφέρει πως μόνο τέσσερις ναοί αφέθησαν για τη χριστιανική λατρεία (Δημητριάδης, 1983: 279). Οι εκκλησίες που παρέμειναν στη χριστιανική λατρεία και αυτές που χτίστηκαν κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είναι συνολικά 15, κάποια μετόχια του Αγίου Όρους, τέσσερις μονές, μια ρωμαιοκαθολική εκκλησία και 2-3 εξαρχικές.

Μεγάλη τομή στη ιστορία της Θεσσαλονίκης είναι η εγκατάσταση των Εβραίων προσφύγων από την Ιταλία, Ισπανία και χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (2).
 

Η Θεσσαλονίκη πλέον αποκτά το χαρακτήρα, που θα διατηρήσει ως την απελευθέρωσή της, μια πολυπολιτισμική πρωτεύουσα, ένα πολυφυλετικό αμάλγαμα, το σπουδαιότερο μεταπρατικό κέντρο της βαλκανικής. 
Η μεγαλύτερη κοινότητα της πόλης, κατά το διάστημα αυτό, είναι η ισραηλιτική. Δεύτερη σε μέγεθος κοινότητα ήταν η μουσουλμανική, ενισχυμένη ιδίως μετά το 1666, οπότε ο Σαμπετάι Σεβί, «βασιλεύς των βασιλέων» και «νέος μεσσίας», γοητεύει με τη διδασκαλία του μεγάλο τμήμα των εβραϊκών κοινοτήτων, που με την προσχώρησή του στο Ισλάμ, εκτουρκίζονται σταδιακά. Στις αρχές του 20ου αι. σε περίπου 45.000 μουσουλμάνους στη Θεσσαλονίκη, 5-8.000 είναι οι εξισλαμισθέντες Εβραίοι (Dοnme), που αποτελούν και τον προοδευτικότερο πυρήνα. Η χριστιανική κοινότητα αρχικά αποτελούνταν από ένα μικρό πυρήνα βυζαντινό που ενισχύθηκε από νέους επίλυδες από τη γύρω περιοχή, από ορεινές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και κατά τον 16ο αι. από την περιοχή των Αγράφων και του Αχελώου. Στη χριστιανική κοινότητα περιλαμβάνεται και η σλαβική (κυρίως Βούλγαροι και Σέρβοι) που σύμφωνα με το Χασιώτη στα τέλη του 19ου αι. ήταν περίπου 1.000 Σέρβοι και 5-6.000 εξαρχικοί  (Χασιώτης, 1985: 164). Επίσης αναφέρεται αριθμός Φράγκων (Ιταλοί, Γάλλοι, ελάχιστοι Βρετανοί, Αυστριακοί και Γερμανοί) καθώς και μειονότητες Αρμενίων και Τσιγγάνων.

Σύμφωνα με το Δημητριάδη, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1620, την ερήμωση και το γενικό μαρασμό που ακολούθησε, στα επόμενα χρόνια διαμορφώνεται και η τοπογραφία των βασικών κοινοτήτων. Έτσι η μουσουλμανική κοινότητα περιορίζεται στο ανηφορικό τμήμα της πόλης, γνωστό ως Μπαΐρ – Μπαΐρι (πλαγιά λόφου), με εξαίρεση τη συνοικία Ak?e Mescid, που βρισκόταν κοντά στη θάλασσα (σημερινή περιοχή πλατείας Ναβαρίνου). Τα σπίτια τους συνήθως είναι μεγάλα, διώροφα, λιθόκτιστα, με δυο ή τρεις αυλές, με παράθυρα προς τη θάλασσα και κλειστούς εξώστες. «…Είναι τα περισσότερα πολυώροφα πέτρινα σεράγια, με δυο ή τρεις αυλές και σκεπασμένα με κόκκινα –σαν το ρουμπίνι – κεραμίδια, με παράθυρα και σαχνίσια, δώματα, γυναικωνίτες [Φ.Δ. 15], τσαρντάκια, καμεριέρ και άλλους βοηθητικούς χώρους. Ο προσανατολισμός τους είναι ανατολικομεσημβρινός, με θέα τη θάλασσα. Πολλά απ’ αυτά περιστοιχίζονται από μπαχτσέδες κι αμπέλια κι είναι διακοσμημένα με κελαρυστά σιντριβάνια.» (Τσελεμπί, 1991: 119). Σημειώνουμε ότι με διάταγμα του 1559 το ανώτατο ύψος των σπιτιών των μουσουλμάνων ήταν 12 πήχεις (7,68 μ.), ενώ των ραγιάδων 9 πήχεις (5.76 μ.), όρια που δεν πρέπει να ίσχυαν για δημόσια κτίρια.

Οι Εβραίοι και οι χριστιανοί περιορίζονταν στο πεδινό τμήμα της πόλης, γνωστό ως Κάμπος. Οι εβραϊκές συνοικίες ορίζονταν από την Εγνατία και κάτω και δυτικά προς το λιμάνι, εκτός από τη συνοικία Ro?os, στην περιοχή της Παναγίας Χαλκέων, πάνω από την Εγνατία. Είναι οι πλέον πυκνοκατοικημένες περιοχές με μικρά και χωρίς αυλές σπίτια, που εσωτερικά τα έβαφαν γαλάζια, για να θυμίζουν τον ουρανό «πηγή ελπίδας και σιγουριάς» (Μοσκώφ, 1988: 302). Οι χριστιανοί είναι πιο σκορπισμένοι. Ζουν κυρίως κατά μήκος της Εγνατίας, από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου (3) ως την πύλη της Καλαμαριάς και από κει νοτιοδυτικά ως την εκκλησία της Μεγάλης Παναγιάς (4). Νησίδες χριστιανικού πληθυσμού βρίσκονταν γύρω απ’ τη Μητρόπολη, τη Μονή Βλατάδων, το καθολικό της Αγίας Φωτεινής και το Βαρδάρη. Τη θέση της ελληνικής κοινότητας γύρω από την εκκλησία του Αγίου Μηνά πήραν η καθολική συνοικία και η Αγορά. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί περιγράφει την πόλη τον 17ο αι. «…Οι μαχαλάδες των σέρηδων είναι 48 και, μεταξύ αυτών, το Γεντί Κουλέ, ο μαχαλάς του Βαρντάρ, της Καλαμαριάς, του Χορτάτζ, του Κασίμ Πασά, της Αγια-Σοφιάς κ.ά. Οι καφίρηδες και οι αμαρτωλοί μένουν κατά μιλαέτια σε δεκάξι μαχαλάδες. Έτσι έχουμε μαχαλάδες : Αρμένηδων, Ρωμιών, Φράγκων, Σιρφ (Σέρβοι), Βουλγάρων καθώς και το μαχαλά των Λατιν-μιλετί. (Γιατί, μαζί με τους άλλος άπιστους, κατοικούν κι αυτοί οι απαίσιοι). Όλες οι κατοικίες των απίστων βρίσκονται κάτω από τους μουσουλμανικούς σ’ ένα ίσιωμα προς το μέρος της πόλης του τείχους της Καλαμαριάς. Οι τσιφούτικοι μαχαλάδες είναι πενήντα έξι και βρίσκονται μέσα από την Ισκελέ Καπουσού, κάτω από τοίχο του κάστρου. Τα σπίτια τους είναι άθλια εβραιόσπιτα – μακριά από μας – αλλά οι μαχαλάδες τους είναι στο κέντρο της αγοράς και πυκνοκατοικημένοι.» (Τσελεμπί Ε., 1991, σ.σ. 118 –119).

Σε όλο το διάστημα του 16ου  και 17ου αι. η οικονομική κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, λόγω της αλλαγής των δρόμων του εμπορίου και της μετατόπισης του οικονομικού κέντρου δυτικότερα, έχει επιπτώσεις και στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Το εμπόριο της Ανατολικής Μεσογείου παρακμάζει και οι χερσαίοι δρόμοι γίνονται ανασφαλείς. Η οικονομική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης περιορίζεται κυρίως στην κατασκευή εριούχων υφασμάτων για εσωτερική κυρίως κατανάλωση και στην παραγωγή μπαρουτιού στο πυριτιδοποιείο του χωριού Γραδεμπόριο (Girdabor). H κοινότητα που ιδίως ασχολείται με τις δυο αυτές βιομηχανικές διαδικασίες είναι η εβραϊκή. Όμως η οικονομική διείσδυση των βιομηχανικά ανεπτυγμένων δυτικών χωρών και κυρίως της Γαλλίας, που απαιτεί και τελικά πετυχαίνει το 1730 την απελευθέρωση της εμπορίας μαλλιού από την υποχρεωτική συγκέντρωσή του προς όφελος των υφαντουργείων της Θεσσαλονίκης, καταστρέφει την ανθηρή αυτή βιομηχανία, επιφέροντας οικονομική κρίση στην πόλη και αλλάζοντας την οικονομία της από παραγωγική σε μεταπρατική.

Από τις αρχές του 18ου αι. επαναρχίζει η οικονομική ανάπτυξη και μεγαλώνει η οικονομική σημασία της Θεσσαλονίκης μέσο των προσπαθειών των Άγγλων, Γάλλων και Αυστριακών να διεισδύσουν στις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα των αστικών κέντρων που διαθέτουν λιμάνι (Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη κ.ά.). Οι συνθήκες που υπογράφονται μεταξύ ευρωπαϊκών δυνάμεων και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (συνθήκη Πασάροβιτς το 1718, Βελιγραδίου το 1739 και Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774) διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη εμπορική διακίνηση αγαθών. Η πόλη γίνεται πόλος έλξης για μεγάλο τμήμα του αγροτικού πληθυσμού κυρίως από την ενδοχώρα. Είναι ενδεικτικό ότι η πόλη θα τριπλασιάσει τον πληθυσμό της από το 1820 στο 1907. Η αιτία γίνεται κατανοητή από τη σύγκριση των ημερομισθίων του εργάτη και του αγρότη. Του ανειδίκευτου εργάτη στα 1820 είναι 40 – 50 παράδες, του ειδικευμένου 60 – 70 παράδες, ενώ το αγροτικό μόλις 16 – 20 παράδες. Παρ’ όλα αυτά ο εργάτης, ο βοηθός τεχνίτη, ο λιμενεργάτης και ο υπηρέτης, που μαζί με τις οικογένειές τους αποτελούσαν το 50% του πληθυσμού της πόλης, μόλις και εξασφάλιζαν την αναγκαία σε θερμίδες διατροφή της οικογένειάς τους (3.000 θερμίδες για κάθε άντρα, 2.000 θ. για κάθε γυναίκα και 5.000 θ. για 3 παιδιά).

Η επανάσταση του 1821 στη νότιο Ελλάδα, φέρνει αναβρασμό στις τάξεις της ελληνικής κοινότητας. Η μετάδοση του επαναστατικού κινήματος σε Θεσσαλία και Χαλκιδική επιφέρει τα αντίποινα και την τρομοκρατία της τουρκικής διοίκησης. Εκτελούνται αρκετοί σημαντικοί πρόκριτοι και ο μητροπολίτης Κίρους Μελέτιος (αναπληρωτής του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης), στην πλατεία Ραββινίας (σημερινή πλατεία Βλάλη), με απαγχονισμό. Το γενικό κύμα φυγής του ελληνικού στοιχείου ανακόπτει προσωρινά τη συμμετοχή του στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης, που θα συνεχιστεί σε όλη τη διάρκεια του 19ου αι. και θα εκτοξευθεί στο τελευταίο του τέταρτο.

Οι θεσμικές νεωτεριστικές αλλαγές, που συμβαίνουν  στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας και που επηρεάζουν σημαντικά και την πόλη της Θεσσαλονίκης, είναι οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του σουλτάνου Αβδούλ Μετζίτ, που δημοσιεύτηκαν με το διάταγμα του Hatti Serif Humayunu Gulhane (1839) και με την εξαγγελία Hatti Humayun (1856), που άλλαζαν τις διοικητικές δομές και έδιναν μεγαλύτερες ελευθερίες στους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Το 1869 εγκαθίσταται στην πόλη η πρώτη δημοτική αρχή και αρχίζει προσπάθεια εξωραϊσμού της πόλης. Αποξηραίνεται το παθογόνο έλος δυτικά της πόλης και γίνεται ο κήπος του Μπεχ – Τσινάρ, γκρεμίζονται τα παραθαλάσσια τείχη  και αργότερα κάποια από τα περιμετρικά, ανοίγεται ο δρόμος της παραλίας.

 Η οικονομική ανάπτυξη βασίζεται κυρίως στο εμπόριο και στην εισροή κεφαλαίων από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Οι χώρες αυτές διεισδύουν ιμπεριαλιστικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που συρρικνώνεται αντιμετωπίζοντας πλείστα προβλήματα. Χαρακτηριστικό είναι το δασμολόγιο που έχουν πετύχει οι Ευρωπαίοι : 3% ενιαίος δασμός για τους Ευρωπαίους, 4% για τους μουσουλμάνους και 5% για τους ραγιάδες υπηκόους. Επίσης γνωρίζουμε πως το 1839 κατοικούσαν στη Θεσσαλονίκη 165 χριστιανικές οικογένειες και 108 ισραηλιτικές με ευρωπαϊκή υπηκοότητα ή «προστασία», οι επονομαζόμενοι βερατλήδες ή μπερατλήδες. Το 1913, από τους 10.000 ξένους υπηκόους της Θεσσαλονίκης, οι Έλληνες αποτελούν το 50%, 5.000 άτομα (Μοσκώφ, Κ., 1988, σ.σ. 268 και 269-70 υποσημείωση). Το εμπόριο όμως απαιτεί δρόμους. Έτσι το 1871 κατασκευάζεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης – Σκοπίων με αυστριακά κεφάλαια, που διαχειρίζεται η οικογένεια Χιρς. Το 1881 ολοκληρώνεται η σύνδεση με Βελιγράδι και το 1894 η σύνδεση με το Μοναστήρι, με κεφάλαια της Deutsche Bank. Το 1896 ολοκληρώνεται η σιδηροδρομική σύνδεση Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης και το 1891 εγκαινιάζεται τι ιππήλατο τραμ, στη γραμμή Τελωνείο – Παραλία – οδός Πύργων. Το 1907 γίνεται ηλεκτροκίνητο.

Το 1836 στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης καταπλέουν πλοία συνολικής χωρητικότητας 25.000 τόνων, ενώ το 1869 243.000 τόνων. Το 1869 γκρεμίζονται τα παραθαλάσσια τείχη. Η κίνηση του λιμανιού πολλαπλασιάζεται, ιδίως σε τονάζ ( το 1881,  5.633 πλοία από τα οποία 345 ατμόπλοια,  425.016 τόνοι – το 1889, 8.946 πλοία από τα οποία 1.540 ατμόπλοια και 1.467.517 τόνοι). Το εξωτερικό εμπόριο της Θεσσαλονίκης στα 1900 φτάνει τα 82.000.000 χρ. φράγκα και στα 1911 τα 160.000.000 χρ. φράγκα, περισσότερο από το 15% του συνόλου του οθωμανικού, του 60% του βουλγαρικού, του 67% του ελληνικού και του 95% του σερβικού εξωτερικού εμπορίου (Μοσκώφ, 1988: 260 - 261). Όμως τα οικονομικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπόκεινται από το 1875 (διάταγμα Μουχαρέμ) σε άμεσο ευρωπαϊκό έλεγχο. Η κυρίαρχη τράπεζα στην Αυτοκρατορία, η Οθωμανική Τράπεζα, δημιούργημα γαλλικών και βρετανικών κεφαλαίων, είναι κυρίαρχη και στην αγορά της Θεσσαλονίκης. Το 1888 οι γηγενείς ισραηλίτες Αλατίνι ιδρύουν την Τράπεζα Θεσσαλονίκης με αυστριακά κεφάλαια, κυρίως της Lander Bank. Είναι η τράπεζα στήριξης του ισραηλιτικού εμπορίου ως τα 1909 που μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη. Στα 1899 η Τράπεζα Μυτιλήνης ιδρύει υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, που μαζί με το υποκατάστημα της Τράπεζας Βιομηχανικής Πίστης (ελληνικών συμφερόντων) θα παίξουν σημαντικό ρόλο συντονιστή των οικονομικών δραστηριοτήτων του ελληνισμού της Μακεδονίας, αλλά και πολιτικό ρόλο στα δύσκολα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα.

Το πρώτο εργοστάσιο στην πόλη ιδρύεται στα 1854 και είναι ένας ατμόμυλος. Στα 1873 ιδρύεται ο μεγάλος ατμόμυλος  Αλατίνι, στα 1870 η σαπωνοποιεία Βουδελίκα, στα 1878 η νηματουργία Ησαΐα και τα οινοπνευματοποιεία Μισραχήμ και Σία. Στα 1884 υπάρχουν 10 αλευρόμυλοι, 2 νηματουργεία, 1 οινοπνευματοποιείο, 6 σαπωνοποιεία, 1 κεραμουργείο, 1 καρφοβελονοποιείο, 1 καπνεργοστάσιο (της Ρεζί). Η επεξεργασία καπνού είναι ο κύριος βιομηχανικός κλάδος της πόλης. Απασχολούνται περίπου 10.000 εργάτες, κατά μέσο όρο κάθε χρόνο για ένα εξάμηνο (Μοσκώφ, 1988: 263). Στην απογραφή του 1890 καταγράφονται στην πόλη της Θεσσαλονίκης 13 αλευρόμυλοι, 4 νηματουργεία μεταξιού, 1 βελονοποιείο, 1 οινοπνευματοποιείο, 1 χαρτοποιείο, 1 σιδηρουργία, 1 εργοστάσιο επεξεργασίας καπνού και 3 σαπωνοποιίες. Δηλώνεται σαφώς, στο συνοδευτικό κείμενο της απογραφής, πως η εκβιομηχάνιση προχωρά με αργά βήματα : «… η βιομηχανία διατροφής ασκείται με πολύ παλιές μεθόδους.[…] Δυστυχώς στο βιλαέτι μας ούτε η υφαντουργία έχει ακόμη βιομηχανοποιηθεί». Καταγράφεται επίσης η κρίση των παραγωγικών μονάδων λόγω του ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών προϊόντων,  «Αν και τα συναφή με την παραγωγή λουτρικών ειδών επαγγέλματα ήταν πολύ ανεπτυγμένα στο βιλαέτι μας, ειδικά στη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια, ο ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών προϊόντων οδήγησε σταδιακά στην παρακμή και σχεδόν στην καταστροφή του κλάδου. […] Τα κιλίμια και οι κετσέδες της Θεσσαλονίκης ήταν κάποτε πολύ δημοφιλή, τώρα όμως τείνουν να εξαφανιστούν και η παραγωγή περιορίσθηκε σε 5 – 6 αργαλειούς. […] η βυρσοδεψία κάποτε άνθιζε, αλλά στη συνέχεια δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον ξένο ανταγωνισμό και έχασε την παλαιότερη σημασία της.» (Χεκίμογλου, Ε.- Danacioglu, 1998: 20).

Το εξωτερικό εμπόριο στις αρχές του 20 ου αι. παραμένει στα χέρια ισραηλιτών. Από τους 54 μεγάλους εμπορικούς οίκους της πόλης, οι 38 ανήκαν σε ισραηλίτες, οι 8 σε ντονμέδες και οι 8 σε ρωμιούς. Στον τομέα του εσωτερικού εμπορίου στις 12 μεγαλύτερες επιχειρήσεις, οι 5 ανήκουν σε ισραηλίτες, οι 5 σε Έλληνες και οι δύο σε μουσουλμάνους (Μοσκώφ, 1988: 270).

Οι εργάτες στην πόλη είναι περίπου 25.000 και απ’ αυτούς 12.000, σχεδόν το 50%, απασχολούνταν στην βιομηχανία, έστω και εποχιακά (ιδίως στην επεξεργασία του καπνού και μεγάλο ποσοστό είναι γυναίκες και παιδιά) (Μοσκώφ, 1988: 271). Σύμφωνα με την απογραφή του 1890 οι εργάτες τεχνίτες τόσο στον κλάδο της βιομηχανίας όσο και σε επίπεδο βιοτεχνικό είναι 85.000 (2.000 μόνιμοι βιομηχανικοί εργάτες, 7.500 υφαντές και 75.000 άλλοι τεχνίτες). Δεν συμπεριλαμβάνονται οι εποχιακά εργαζόμενοι ιδίως στην επεξεργασία καπνού. Στο κείμενο της απογραφής δηλώνεται πως ο αριθμός αυτός «… αντιπροσωπεύει περίπου ποσοστό 5% του πληθυσμού. Καταλαβαίνουμε έτσι γιατί η βιομηχανία μας είναι σε τόσο χαμηλό επίπεδο, όταν λάβουμε υπόψη ότι το αντίστοιχο ποσοστό είναι πάνω από 30% σε χώρες όπως η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, το Βέλγιο κτλ.» (Χεκίμογλου - Danacio?lu, 1998: 20-22).Υπάρχουν επίσης 3.000 αγροτικοί εργάτες, 2.000 εργαζόμενοι στις οικοδομές και 3.000 εργαζόμενοι στο λιμάνι. Σημαντικό μέρος του πληθυσμού είναι και το οικιακό προσωπικό, περισσότερο από 5.000 ίσως και 10.000 άτομα στα 1910 (Μοσκώφ, 1988: 271)
 

Αρβανίτες  γαλακτοπώλες
Πλανόδιος πωλητής κρέατος
Εβραίος οδοκαθαριστής
Εβραίος χαμάλης

Η οικονομική ανάπτυξη της πόλης βαδίζει στο δρόμο – στόχο των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων : «δυτικοποίηση», εκσυγχρονισμός της οθωμανικής κοινωνίας και στην προσαρμογή  της οικονομικής κυρίως ζωής των κατοίκων και της χώρας στις απαιτήσεις της οικονομίας – όπως άλλωστε και της πολιτικής – των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες, ενώ επεδίωκαν να «προστατεύσουν» και να διασφαλίσουν την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας από τον ρώσικο επεκτατισμό προετοίμαζαν και το έδαφος για τη βαθμιαία αποικιοποίησή της (Χασιώτης, 1985: 168).

Έτσι έχουμε μια μονομερή και αντιφατική ανάπτυξη. Από τη μια μεριά αύξηση του πλούτου ορισμένων μεταπρατών, συνδεδεμένων με τις δυτικές οικονομίες, εξευρωπαϊσμού των κτιρίων ακόμη και αυτών των δημόσιων οθωμανικών (Ιδαδιέ, Διοικητήριο, δημοτικό νοσοκομείο), δημιουργία ορισμένων βιομηχανικών μονάδων και από την άλλη αύξηση των κατοίκων που υποαπασχολούνται και μετατρέπονται σε ένα ευάλωτο προλεταριάτο και ταυτόχρονα διατήρηση του αγροτικού πρωτογενούς τρόπου οικονομικής ζωής (Χασιώτης, 1985: 168). Έτσι τα βασικά ημερομίσθια του 1820 μένουν σε σταθερές τιμές ανεξέλικτα ως τα 1908. Μόνο μετά τη νεοτουρκική επανάσταση και τις απεργίες ανεβαίνουν από τα 1,25 χρ. φράγκα (5 γρόσια ή 200 παράδες) σε 2 χρ. φράγκα. Στα 1908 τα 2/3 του πληθυσμού της πόλης μόλις καταφέρνει και επισιτίζεται. Το δε μέσο ετήσιο εισόδημα του περίπου 300 χρ. φράγκα παραμένει σταθερό παρά την αύξηση του αντίστοιχου μέσου όρου του ετήσιου εισοδήματος κατά 200% (Μοσκώφ, 1988: 272).

Οι μικροεπαγγελματίες, οι μικροβιοτέχνες και οι τεχνίτες, που αποτελούν το 20% με 25% του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης (μαζί με τις οικογένειές τους), δέχονται, ιδιαίτερα μετά το 1880 – 1890, τις πιέσεις των ευρωπαϊκών προϊόντων που κατακλύζουν τις αγορές. Χωρισμένοι σε πατροπαράδοτες συντεχνίες (ισνάφια), που μόνο προστατευτικά μπορούν να λειτουργήσουν, αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στη οργανωμένη επίθεση των δυτικοευρωπαϊκών προϊόντων. Μεμονωμένες προσπάθειες, όπως η ίδρυση Λαϊκής Τράπεζας από 30 επαγγελματίες της πόλης με κεφάλαιο 50.000 χρ. φράγκα (Μοσκώφ, 1988: 284) αναδεικνύουν το πρόβλημα μάλλον παρά το λύνουν. Μόνο τα δραματικά γεγονότα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θ’ αλλάξουν, εν μέρει, τις οικονομικές σχέσεις.

Ως αντίδραση στην οικονομική προώθηση του κεντροευρωπαϊκού (αυστριακού) κυρίως κεφαλαίου στην οθωμανική αυτοκρατορία, η άλλη μεγάλη δύναμη, που εποφθαλμιά  το χώρο, η Ρωσία, προωθεί τις επιδιώξεις της περισσότερο με ιδεολογικούς όρους και κυρίως με την κίνηση του πανσλαβισμού. Το 1875 επαναστατούν οι κάτοικοι της Ερζεγοβίνης ενάντια στην τουρκική κυριαρχία. Το 1876 στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για μάλλον ασήμαντη αφορμή εξισλαμισμού μιας κοπέλας και της αντίδρασης των χριστιανών, ο θρησκευτικός φανατισμός του τουρκικού όχλου, που προβάλλει πολιτικές διαφορές, φτάνει στο σημείο σφαγής των προξένων της Γαλλίας και  Γερμανίας και προκαλεί την επέμβαση του στόλου των ευρωπαϊκών δυνάμεων και την κατάληψη της πόλης μέχρις ότου ικανοποιηθεί η απαίτηση για παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877 – 78 δημιουργεί τη μεγάλη Βουλγαρία με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που τελικά συρρικνώνουν οι αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου στα σημερινά της όρια. Ο χώρος της Μακεδονίας γίνεται το πεδίο ανταγωνισμού τόσο των μεγάλων δυνάμεων όσο και των βαλκανικών κρατών. Ιδιαίτερα η πόλη της Θεσσαλονίκης γίνεται πραγματικά το «μήλον της έριδος». Η βουλγαρική Εξαρχία (1870) παίζει σημαντικό ρόλο με την ίδρυση ναών και σχολείων, που υπηρετούν τις επιδιώξεις του βουλγαρικού κράτους. Το 1895 οι οργανώσεις των Βουλγάρων ανταρτών της Μακεδονίας (κομιτάτα), υποστηριζόμενες από το βουλγαρικό κράτος, εξαπολύουν οργανωμένη προσπάθεια προσέλκυσης και επηρεασμού των πληθυσμών της Μακεδονίας, ακόμη και με τη χρήση βίας. Η ελληνική απάντηση είναι ανάλογη. Οργάνωση και στελέχωση ενόπλων ομάδων, κεντρικός συντονισμός των προξενείων Θεσσαλονίκης – Μοναστηρίου, προσπάθεια μαζικότερης εκπαίδευσης για τον ελληνικό πληθυσμό της Μακεδονίας. Το 1908 η επανάσταση των Νεότουρκων, με αρχικά αιτήματα – θέσεις την ελευθερία, την ισότητα και την ανεξιθρησκία σταματά τις συγκρούσεις Ελλήνων – Βουλγάρων. Όμως η μετέπειτα εξέλιξη του κινήματος των Νεότουρκων, από ένα κίνημα που αγκάλιαζε όλους τους λαούς της αυτοκρατορίας, σε ένα κίνημα απόκτησης τουρκικής ταυτότητας και επιβολής της τουρκικής εθνότητας στις άλλες, σε συνδυασμό με τις μεγαλοϊδεατικές τάσεις των άλλων βαλκανικών κρατών κατέληξαν στις πολεμικές συγκρούσεις, που έμειναν γνωστές ως βαλκανικοί πόλεμοι. Όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη , τα ελληνικά στρατεύματα μπαίνουν νικηφόρα στις 26/10/1912 στην πόλη. Όμως οι βουλγαρικές βλέψεις για την πόλη και τη γύρω περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, καθώς και η ύπαρξη βουλγαρικών στρατευμάτων μέσα και γύρω από την πόλη, οδηγούν σε σύγκρουση Ελλάδας και Σερβίας με τη Βουλγαρία. Τελικά η συνθήκη του Βουκουρεστίου (10/8/13) επισφραγίζει την οριστική ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος (1914 – 1918) και η σύγκρουση παλατιού – πολιτικής ηγεσίας (Κωνσταντίνου – Βενιζέλου), που ο μεν πρώτος επιδιώκει την ουδετερότητα της Ελλάδας, που σαφώς εξυπηρετεί τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία), και ο δεύτερος τη συμμετοχή της στην Entente (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία. Ιταλία), θα φέρουν το διχασμό. Αρχικά το φθινόπωρο του 1915 αποβιβάζονται στρατεύματα της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη και ουσιαστικά καταλαμβάνουν την πόλη, με διοικητή τον Γάλλο στρατηγό Σεράιγ. Η πόλη μετατρέπεται σε περιχαρακωμένο στρατόπεδο και βάση εξόρμησης των συμμαχικών στρατευμάτων προς την Κεντρική Ευρώπη. Πάνω από 200.000 στρατιώτες και αξιωματικοί ζουν μέσα και περιμετρικά της πόλης, αλλάζοντας το χαρακτήρα, την οικονομία, ακόμη και τις κοινωνικές παραδόσεις. Τα μεροκάματα είναι υψηλά και η σε είδος πληρωμή ελκυστικότερη. Στην πόλη ανοίγουν εκατοντάδες ταβέρνες, χορευτικά κέντρα, κέντρα διασκέδασης. Η αστική τάξη της πόλης αγκαλιάζει τις κοσμικές εκδηλώσεις των ανώτερων αξιωματούχων της Αντάντ. Η πόλη αποκτά τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, που οι φωτογραφίες και οι καρτ-ποστάλ της εποχής έχουν αποθανατίσει και μεταφέρει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Στις 17/8/1916 εκδηλώνεται στη Θεσσαλονίκη το κίνημα της «Εθνικής Αμύνης» [και σχηματίζεται προσωρινή κυβέρνηση με Βενιζέλο – Δαγκλή – Κουντουριώτη. Η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και η επάνοδος του Βενιζέλου στην Αθήνα δίνουν λύση στο πολιτικό και εθνικό πρόβλημα του διχασμού. Η Ελλάδα συμμετέχει στον πόλεμο, που το τέλος του φαίνεται να πραγματοποιεί το όραμα του μεγαλοϊδεατισμού. Όμως η καταστροφή του 22 φέρνει την προσφυγιά και το 1923 την ανταλλαγή των πληθυσμών. Η μουσουλμανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης και οι D?nme εγκαταλείπουν την πόλη και οι 100.000  Έλληνες πρόσφυγες από τη Τουρκία εγκαθίστανται στην πόλη. Οι προσφυγικοί καταυλισμοί και τα χαμόσπιτα κατακλύζουν την πόλη κυρίως περιμετρικά. Ήδη η πυρκαγιά του 17 έχει καταστρέψει το μεγαλύτερο τμήμα της, κυρίως τις πυκνοκατοικημένες εβραϊκές συνοικίες. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας έχει πια χαθεί, οι σχέσεις γηγενών, προσφύγων και Εβραίων δεν είναι οι καλύτερες. Ένα μεγάλο κομμάτι των τελευταίων εγκαταλείπει την πόλη είτε για την Παλαιστίνη είτε για τα αστικά κέντρα της δύσης. Ο μεσοπόλεμος είναι μια δύσκολη αλλά και δημιουργική περίοδος για την πόλη. Το 1925 –26 αρχίζει να λειτουργεί η «Ελεύθερη ζώνη» στο λιμάνι τονώνοντας την εμπορική κίνηση, το 1926 λειτουργεί η 1η  Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, το 1926 ιδρύεται και λειτουργεί το Πανεπιστήμιο.

O Β' Παγκόσμιος Πόλεμος και ιδιαίτερα η περίοδος της κατοχής  είναι επώδυνες ιδίως για τα αστικά κέντρα. Η πείνα του 41-42 και ο βαρύς χειμώνας αποδεκατίζουν τον πληθυσμό. Την πλέον τραγική μοίρα έχουν όμως οι ισραηλίτες της πόλης. Πάνω από 46.000 Εβραίοι οδηγούνται στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, απ’ όπου ελάχιστοι επιζούν. Είναι το τέλος μιας μακραίωνης παρουσίας του εβραϊκού στοιχείου στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Σε 20 σχεδόν χρόνια η πόλη χάνει τις δύο από τα τρεις κοινότητές της . Η συμβίωση αιώνων δεν άντεξε ούτε την ιδεολογία των εθνικών κρατών ούτε τους «πολιτισμένους» πολέμους της δύσης.

2. Η ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΠΟ  ΤΟ 1430 – ΣHΜΕΡΑ

Σε σύγκριση με την μεγαλοπρέπειά της κατά τη βυζαντινή περίοδο η Θεσσαλονίκη στην αρχή της τουρκοκρατίας εμφανίζεται σαν σκιά του πρώτου εαυτού της. Λίγες εκατοντάδες Έλληνες, ο Χασιώτης υπολογίζει 2.000 τους χριστιανούς (Χασιώτης, 1985: 162), άλλοι ως 6.000 τους χριστιανούς που κατοικούν στην πόλη μετά την άλωση του 1430.

Ο φόβος του μαρασμού της πόλης και η μη δυνατότητα χρησιμοποίησής της ως φοροδοτικής πηγής οδηγούν το σουλτάνο Μουράτ Β' στο να λάβει μέτρα που θα οδηγούσαν στην πληθυσμιακή ανάπτυξή της (5). Απέσυρε τον οθωμανικό στρατό, υποσχέθηκε ευημερία στους παλιούς άρχοντες της πόλης και με διάφορους τρόπους υποχρέωσε τους Έλληνες πουν κατέφυγαν στα γειτονικά χωριά να γυρίσουν πίσω. Παράλληλα μετάφερε Τούρκους εποίκους κυρίως από τα Γενιτσά. Τέλος ανανέωσε προγενέστερα προνόμια και φορολογικές ελαφρύνσεις. Το 1470 υπολογίζεται ότι κατοικούν στην πόλη 6-7.000 άτομα και το 1478 οι κάτοικοι υπολογίζονται σε 10.400 (Χασιώτης, 1985: 162), εκ των οποίων 4.320 μουσουλμάνοι, 6.094 χριστιανοί και 300 Εβραίοι. Ο Δημητριάδης όμως υποστηρίζει ότι το 1453, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, έγινε υποχρεωτική μετοικεσία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στην Πόλη, οπότε για την ίδια εποχή δεν αναφέρει ντόπιο εβραϊκό πληθυσμό στη Θεσσαλονίκη (Δημητριάδης, 1983). Στην επόμενη εικοσαετία και κυρίως ανάμεσα στα 1481 –1512, αρχίζουν να καταφτάνουν στην Θεσσαλονίκη 15.000 περίπου Εβραίοι, κυνηγημένοι εξαιτίας θρησκευτικών φανατισμών και προλήψεων. Προέρχονται οι περισσότεροι από την Ισπανία (Sefardim), μα καταφτάνει και μικρός αριθμός γερμανόφωνων (Aschkenazim) και κρυπτοϊουδαίων από την Πορτογαλία (marranos). Έτσι στη απογραφή του 1519 έχουμε στην πόλη συνολικά 29.000 κατοίκους. Ο Δημητριάδης υπολογίζει 29.220 άτομα, με 3.143 εβραϊκές οικογένειες (15.715 άτομα), 1.374 μουσουλμανικές οικογένειες (6.870 άτομα) και 1.087 χριστιανικές οικογένειες (6.635 άτομα) (Δημητριάδης, 1983). Για το 1530 ο Μοσκώφ υπολογίζει τον εβραϊκό εντόπιο πληθυσμό στο 15% της ισραηλιτικής κοινότητας και δίνει σύνολο 2.024 ατόμων.

Εντόπιοι (Βυζαντινοί)     359
Ισπανοί (Sefardim)  1.538
Iταλοί       536
Γερμανοί (Askenazim)       97
Σύνολο     2.024
(Μοσκώφ, 1988: 300)

Η αύξηση του πληθυσμού στην πόλη ανακόπτεται αργότερα από διάφορες αιτίες, πανούκλα το 1545 και το 1620, μεγάλη πυρκαγιά τον Απρίλη του 1620, διχασμός των ισραηλιτών από τον ψευδομεσία Σαμπετάι Σεβί, που εξισλαμίσθηκε το 1666, με επακόλουθο την αποστασία πολλών Εβραίων, την φυγή τους ή την προσχώρησή τους στον μουσουλμανισμό (Donme). Έτσι στην απογραφή του 1560 έχουμε 13.200 Εβραίους, 5.450 μουσουλμάνους και 1519 Έλληνες (Χασιώτης,  1985: 163) (6). Οι χριστιανοί διπλασιάζονται στις αρχές του 17ου αι., παραμένουν όμως το τρίτο στοιχείο, με πρώτο τους Εβραίους και δεύτερο τους μουσουλμάνους. Οι συνοικίες που καταλαμβάνουν, αριθμητικά, οι πληθυσμοί αυτοί είναι : 56 συνοικίες οι Εβραίοι, 48 οι μουσουλμάνοι και 16 οι χριστιανοί. Το 1613 ζουν στην πόλη 10.165 Εβραίοι, 5.450 μουσουλμάνοι και 2.805 χριστιανοί (Δημητριάδης, 1983).

Για τα επόμενα χρόνια δεν υπάρχουν δημογραφικές πληροφορίες, αλλά καταγράφονται μερικές, όχι εξακριβωμένες, καταμετρήσεις. Έτσι για τις αρχές του 18ου αι. αναφέρονται 8-9.000 Έλληνες, 10.000 μουσουλμάνοι και 18-20.000 Εβραίοι (Χασιώτης, 1985). Ο Δημητριάδης αναφέρει για τον 18ο αι. τους αριθμούς : 18-27.000 Εβραίοι, 10-37.000 μουσουλμάνοι και 8-9.000 Έλληνες.

Η εικόνα αυτή αλλάζει στα τέλη του 18ου αι. και στις αρχές του 19ου. Οι μουσουλμάνοι ανέρχονται στις 30.000, οι Έλληνες σε 16.000 και οι Εβραίοι σε 12.000 (Χασιώτης, 1985). Για την ίδια εποχή, το 1790, ο Μοσκώφ δίνει τους αριθμούς 29.000 μουσουλμάνοι, 18.000 Έλληνες και 12.000 Εβραίοι (Μοσκώφ, Κ., 1988, σ.315) (7). Η εβραϊκή κοινότητα οδηγήθηκε σε μαρασμό κυρίως λόγω της αλλαγής του κέντρου βάρους της παγκόσμιας οικονομίας, του παγκόσμιου εμπορίου και των καινούριων θαλάσσιων δρόμων που ανοίχτηκαν. Το ιταλικό και το βενετικό εμπόριο, στα οποία κυρίως στηριζόταν η οικονομική δραστηριότητα των Εβραίων, παρήκμασαν κάτω από την πίεση της γαλλικής κυρίως οικονομικής κυριαρχίας. Αντίθετα το ελληνικό στοιχείο αυξήθηκε λόγω της αστικοποίησης τού γύρω αγροτικού πληθυσμού. Αργότερα οι Έλληνες μειώνονται και πάλι εξαιτίας των γεγονότων του 1821-22 σε 7.000 άτομα.

Η πρώτη επίσημη απογραφή ήταν η ελληνική του Απριλίου του 1913 στην οποία καταγράφηκαν 39.956 Έλληνες, 61.439 Εβραίοι, 45.867 μουσουλμάνοι, 6.263 Βούλγαροι και 4.364 λοιπών εθνοτήτων. Σύνολο 157.889 κάτοικοι. Η Θεσσαλονίκη είναι λίγο πριν την απελευθέρωσή της μια «μητρόπολη», το μεγαλύτερο κέντρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, το τρίτο λιμάνι μετά την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Στη Μακεδονία δεύτερη πόλη έρχεται το Μοναστήρι με 50.000 περίπου άτομα. Ακολουθούν οι Σέρρες, η Δράμα, η Βέροια, η Καβάλα, τα Γιαννιτσά με περίπου 20.000 άτομα. Στη Σερβία το Βελιγράδι μόνο πλησιάζει τις 100.000 κατοίκους και ίσως η Σόφια στη Βουλγαρία. Την ίδια εποχή η Αθήνα μόνη της έχει μόλις 140.000 άτομα.

3. Η ΙΣΡΑΗΛΙΤΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Ιστορικά γνωρίζουμε την ύπαρξη ισραηλιτικής κοινότητας στην πόλη της  Θεσσαλονίκης ήδη από την εποχή του Κάσσανδρου (Μόλχο, 1996: 12). Η έλευση το 51 – 52 μ.Χ. του αποστόλου Παύλου σε συναγωγή της κοινότητας δείχνει την παρουσία της ισραηλιτικής κοινότητας στην πόλη. Το 132 – 35 μ.Χ. αφικνούνται νέοι Εβραίοι στην πόλη λόγω της κατάληψης της Παλαιστίνης από τους Ρωμαίους. Σε όλη την ελληνορωμαϊκή περίοδο οι Εβραίοι, γνωστοί ως Romaniotes, απολαμβάνουν διοικητικής και δικαστικής αυτονομίας και σταδιακά εξελληνίζονται. Σ’ αυτό οφείλεται και η διαφορετική αντιμετώπισή τους στο Βυζάντιο και στη Δύση. Είναι ενδεικτικό της διαφορετικής αυτής αντιμετώπισης το γεγονός πως κατά την πρώτη σταυροφορία ο Αλέξιος Κομνηνός απάλλαξε τους Εβραίους από τη φορολογία, για να ανακάμψουν από τις ταλαιπωρίες που υπέστησαν από τους σταυροφόρους.  Ως αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής η εβραϊκή κοινότητα μεγαλώνει. Όπως αναφέρει ο Βενιαμιν της Tudela το 1160 υπήρχε μεγάλη ελληνοεβραϊκή κοινότητα, αλλά και άλλες μικρότερες που συγκροτήθηκαν από Ιταλούς και Σικελούς Εβραίους (Μόλχο, 1996: 13). Οι Ρωμανιώτες ή Griegos, ονομασίες που υποδηλώνουν τον εξελληνισμό των Εβραίων της πόλης, κατοικούσαν σε μια περιοχή, κοντά στα παραθαλάσσια τείχη, με κύριες συναγωγές τις Ets – ha – Haim και Ets – ha – Daath (Δημητριάδης, 1983: 154). Ο Μοσκώφ αναφέρει δύο περιοχές, η μία προς τη θάλασσα, μέρος της συνοικίας του Ιπποδρομίου και η άλλη δυτικά της Παναγίας Χαλκέων (Μοσκώφ, 1988: 301).

Φαίνεται πολύ πιθανό εκδιωχθέντες Εβραίοι από τη Γερμανία το 1348 και από την Ουγγαρία το 1376, αφού εγκαταστάθηκαν αρχικά σε βόρειες χώρες της βαλκανικής, να εγκαθίστανται γύρω στα 1420 και στη Θεσσαλονίκη. Είναι γνωστοί με το όνομα Aschkenazim. Κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας (1423 – 1430) εγκαθίστανται νέες ομάδες Εβραίων από την περιοχή της Ιταλίας – Σικελίας. Σύμφωνα με τον Δημητριάδη, οι ομάδες αυτές εγκαθίστανται τοπογραφικά στο κέντρο περίπου των παραλιακών τειχών, στην εβραϊκή συνοικία Baru και ιδρύουν τις συναγωγές Italya  και Sisilya (Δημητριάδης, Β., 1983, σ.σ. 154 –55). Τα γεγονότα,  πριν και κατά τη διάρκεια της άλωσης της πόλης από τους Τούρκους, συντελούν στη μείωση όλου του πληθυσμού της πόλης και γνωρίζουμε ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης μεταφέρονται για εποικισμό στην Πόλη, μετά την άλωσή της από τον Μωάμεθ Β' (1453 μ.Χ, Δημητριάδης, 1983:  155).

Το 1492 οι βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδος και Ισαβέλλα εκδίδουν διαταγή σύμφωνα με την οποία οι Εβραίοι της χώρας τους υποχρεούνταν να την εγκαταλείψουν μέσα σε τρεις μήνες. Ένας από του τόπους καταφυγής τους η Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφού ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Β' (1481 –1512) έδωσε άδεια εγκατάστασής τους σε Κωνσταντινούπολη, Αδριανούπολη και Θεσσαλονίκη. Στην τελευταία εγκαθίστανται στις ερημωμένες περιοχές και σε έρημα σπίτια σε μια πόλη με ελάχιστους κατοίκους (8.000 χριστιανοί και άλλοι τόσοι μουσουλμάνοι). Το 1493 διώχνονται οι Εβραίοι από τη Σικελία και μέρος τους φτάνει στη Θεσσαλονίκη. Ενδεικτικά είναι τα ονόματα των συναγωγών που ιδρύουν και που φανερώνουν τους συναισθηματικούς δεσμούς με την πατρίδα που άφησαν: Mayorka, Katalan, Aragon, Kastilya. Ο διωγμός των Εβραίων της Προβηγκίας το 1497 από τον Κάρολο Ε', φέρνει νέο κύμα προσφύγων στην πόλη και προκαλεί την ίδρυση της συναγωγής Provansa και της νέας συνοικίας Pulya. Τον ίδιο χρόνο εκδιώκονται οι Εβραίοι από την Πορτογαλία, από το κράτος της Νάπολης, από την περιοχή της Καλαβρίας και το 1502 από την Απουλία. Οι Εβραίοι που φτάνουν στη Θεσσαλονίκη ιδρύουν τις συναγωγές Portugal, Otranto, Kalabrya, Lisbon. Το 1550 εγκαθίστανται στην πόλη οι Εβραίοι της Πορτογαλίας που για ένα διάστημα είχαν εκχριστιανιστεί, γνωστοί ως Maranos, και ιδρύουν τη συναγωγή Liviath Hen. Στα τέλη του 16ου αι. η ισραηλιτική κοινότητα είναι συγκροτημένη και οικονομικά ισχυρή. Το 1568 αποκτά το προνόμιο να πληρώνει τον κεφαλικό φόρο σε είδος, με υφάσματα της υφαντουργίας της τσόχας. Δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα αυτό, αναπτύσσοντας την υφαντική του μαλλιού και του μεταξιού.

Πνευματικά και πολιτιστικά η κοινότητα πρωτοπορεί και ακτινοβολεί. Εβραίοι εγκαθιστούν στη Θεσσαλονίκη τυπογραφείο το 1515, μόλις 28 χρόνια μετά την εγκατάσταση του πρώτου τυπογραφείου στην Κωνσταντινούπολη. Το 1583 ιδρύεται η σχολή Talmuth – Tora, που προσελκύει σπουδαστές απ’ όλη την Ευρώπη. Μετά το 1620 η Θεσσαλονίκη διαμορφώνεται τοπογραφικά, με τις τρεις σπουδαιότερες κοινότητες να διαβιούν σε τρεις ιδιαίτερους χωρικά χώρους. Όμως τα όρια δεν είναι ούτε άβατα ούτε σταθερά. Η ισραηλιτική κοινότητα, αυξανόμενη συνεχώς, πιέζει τις άλλες και συνεχώς διευρύνεται και καταλαμβάνει περισσότερο χώρο. Περνά το όριο της Εγνατίας, ιδρύοντας τη συνοικία Rogos, στην περιοχή της Παναγίας Χαλκέων, και αργότερα τις συνοικίες Aya Sofya και Kaldirgoc. Ο Εβλιγιά Τσελεμπί περιγράφει τα στενόχωρα σπίτια, την άναρχη δόμηση και την ανθυγιεινή κατάσταση που επικρατούσε το 17ο αι. στο εβραϊκό τμήμα της πόλης : «Τα παλιά χρόνια που σχεδιάστηκε η πόλη, τους δρόμους τούς χαράξανε ευθύγραμμους και σταυρωτούς, όπως στη σκακιέρα. […] Μόνο στους τσιφούτικους μαχαλάδες οι δρόμοι είναι στενοί και βρώμικοι, γιατί οι σκουπιδιάρηδες Δε μπαίνουν να τους καθαρίσουν. Κι ούτε που πατάνε κι άλλοι άνθρωποι στα σπίτια τους. (Ας με συγχωρέσει ο Θεός, αλλά είναι αληθινή κόλαση.) […] Οι τσιφούτικοι μαχαλάδες είναι πενήντα έξι και βρίσκονται μέσα από την Ισκέλε Καπουσού, κάτω από τον τοίχο του κάστρου. Τα σπίτια τους είναι άθλια εβραιόσπιτα – μακριά από μας – αλλά οι μαχαλάδες τους είναι στο κέντρο της αγοράς και πυκνοκατοικημένοι. […] Στην πόλη ζουν και εκατό χιλιάδες τσιφούτηδες, που – όταν αναφέρονται σ’ αυτήν – λένε : «Η Σελενίκ μας!» (Τσελεμπί, 1991: 118-9)

Το σημαντικό γεγονός που συντάραξε, όχι μόνο την ισραηλιτική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, αλλά και όλες τις ισραηλιτικές κοινότητες και την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν η διδασκαλία του Σαμπετάι Σεβί  «βασιλέα των βασιλέων», «νέο μεσσία», που σαγηνεύει τους οπαδούς του με τις μεσσιανικές και μυστικιστικές του ιδέες. Η προσχώρησή του στο Ισλάμ το 1666, όχι μόνο δεν αποδυνάμωσε το κήρυγμά του, αλλά και το ενίσχυσε. Ένα σημαντικό τμήμα του εβραϊκού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης τον ακολούθησε και εξισλαμίστηκε. Οι εξισλαμισθέντες Εβραίοι ( Donme) το 1912 αποτελούν το 1/5 του μουσουλμανικού πληθυσμού και υπολογίζονται σε επτά ως οκτώ χιλιάδες ( Μοσκώφ, 1988). Κατοίκησαν σε περιοχές που γειτνίαζαν και με τις τρεις κοινότητες, κυρίως ανάμεσα σε Εγνατία (Vardar Kapisi Caddesi) και Αγίου Δημητρίου (Telli Kapi), πάνω από τη χριστιανική συνοικία του Αγίου Νικολάου.

Όλη τη διάρκεια του 16ου αι. η πόλη της Θεσσαλονίκης εξελίσσεται σε διεθνές εμπορικό κέντρο. Όμως στον 17ο αι. το εμπόριο περιορίστηκε και η οικονομία εστιάστηκε κυρίως στην υφαντουργία και στην κατασκευή πυρίτιδας, που και οι δυο βρίσκονταν κυρίως στα χέρια των Εβραίων. Ο περιορισμός του εμπορίου βαίνει παράλληλα με μια πληθυσμιακή συρρίκνωση της πόλης, κυρίως όσον αφορά τη χριστιανική και ισραηλιτική κοινότητα. Οφείλεται στον έντονο ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών προϊόντων με τα εντόπια, ιδιαίτερα στους δύο τομείς οικονομίας  που προαναφέρθηκαν. Η αναπόφευκτη ευρωπαϊκή κυριαρχία αλλάζει και το πρόσωπο της πόλης και της κοινότητας, από παραγωγικό σε μεταπρατικό. Οι σημαντικότερες οικογένειες γίνονται αντιπρόσωποι και εκπρόσωποι του δυτικού κεφαλαίου (Μοσκώφ, 1979). Η Γαλλία μετά το 1720 αναδεικνύεται η κυρίαρχη οικονομικά δύναμη στην περιοχή και οι υπομεσίτες  του γαλλικού εμπορίου  είναι οι Ισραηλίτες. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες και στην κουλτούρα της αριστοκρατικής και της αστικής τάξης της κοινότητας. Η κύρια γλώσσα γίνονται τα γαλλικά, αν και η ιταλική παραμένει σχεδόν ως τα τέλη του 19ου αι. lingua franca (η γλώσσα του εμπορίου), και η γαλλική κουλτούρα της εποχής επηρεάζει τα ηγεμονικά στελέχη της κοινότητας προς τον φιλελευθερισμό. Σημαντικός σταθμός στην ανάπτυξη της ισραηλιτικής κοινότητας υπήρξε η ίδρυση των σχολείων Ισραηλιτικής Αλληλοβοήθειας (Alliance Israelite), επτά τον αριθμό, το 1873. Περιλάμβαναν γυμνάσιο, παρθεναγωγείο, νηπιαγωγείο και εμπορική σχολή θηλέων  (Τομανάς, 1997: 74). Τα τελευταία 30 χρόνια του 19ου αι., η εκπαίδευση μαζικοποιείται και τα θρησκευτικού χαρακτήρα σχολεία Χεβρώθ αντικαθίστανται σταδιακά από τα εκσυγχρονισμένα δημοτικά. Σχολεία λειτουργούν στις φτωχογειτονιές του Βαρδάρι και της Καλαμαριάς. Λειτουργούν επίσης τα σχολεία : Μωύς Αλατίνι, Λαΐκό (Populaire), Επαγγελματική σχολή αρρένων και θηλέων, εμπορική σχολή αρρένων με ανώτερη αστική εκπαίδευση και παρθεναγωγείο (Δημητριάδης, 1983: 399).

Όσον αφορά την οργάνωση της πολυκοινοτικής, λόγω του διαφορετικού τόπου προέλευσης, εβραϊκής κοινωνίας, γνωρίζουμε πως ο οθωμανικός τρόπος συλλογής των φόρων, για την οποία ευθυνόταν ο θρησκευτικός ηγέτης της κάθε μειονότητας, συνέβαλε στην εσωτερική οργάνωση των 32 διοικητικά ανεξάρτητων εβραϊκών κοινοτήτων. Φορολογικά βρέθηκε ένα σύστημα κατανομής του ποσού (φόρου) σύμφωνα με τον αριθμό των μελών και τις οικονομικές δυνατότητες της κάθε κοινότητας. Ταυτόχρονα η αυτοδιοίκηση των κοινοτήτων βασιζόταν στην κοινοτική εισφορά, αλλά και σε άλλα έσοδα, που προέρχονταν από περιτομές, γάμους, κηδείες ή και από φόρους ειδών κατανάλωσης. Οι κοινοτικοί φόροι αναδιανέμονταν στα φτωχότερα μέλη της κοινότητας.(Μόλχο, 1996)  Ο Μοσκώφ αναφέρει την καθιέρωση δημοκρατικών διαδικασιών στην επιλογή της κοινοτικής επιτροπής, που γινόταν με καθολική ψηφοφορία το 1880, και πως ο κοινοτικός προϋπολογισμός το 1870 ήταν 500.000 χρ. Φράγκα, όσο και ο προϋπολογισμός του δήμου ολόκληρου. Αναφέρει επίσης πως στην κοινότητα ανήκαν : διδασκαλείο, 4 γυμνάσια με 2.000 μαθητές,  15 δημοτικά σχολεία, 10 λέσχες (ανάλογες των αγγλικών και γαλλικών της εποχής), 30 συναγωγές, η εφημερίδα «Ανεξάρτητος», όργανο της κοινότητας στα γαλλικά (Μοσκώφ,  1988: 305). Από μέλη της κοινότητας στα 1912 εκδίδονται στα ισπανοεβραϊκά οι εφημερίδες : «Φιλελεύθερος», «Ελ Λιμπεράλ», «Το Μέλλον», «Ελ Αβενίρ» (σιωνιστική) και η σοσιαλιστική «Αβάντι».

Το πνεύμα που κυριαρχεί, ιδίως μετά το 1890, είναι το κοσμοπολίτικο, κυρίως μέσο της αφομοίωσης της γαλλικής παιδείας, το πνεύμα Alliance, με ταυτόχρονη όμως ενδυνάμωση και του σιωνιστικού κινήματος, που συναντά την αντίδραση και της Alliance και των σοσιαλιστικών οργανώσεων.

Το 1912, η ισραηλιτική κοινότητα είναι η μεγαλύτερη της πόλης και επηρεάζει την οικονομική λειτουργία και τις κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το φιλελεύθερο πνεύμα των μεταρρυθμίσεων των τελευταίων οθωμανικών χρόνων επέτρεψε στους Θεσσαλονικείς Εβραίους να δημιουργήσουν τη σημαντικότερη οθωμανική  Εργατική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία, πιο γνωστή από τον στην ισπανοεβραϊκή γλώσσα τίτλο της σαν «Φενταρασιόν» το 1909 και πως η πόλη και κυρίως το λιμάνι  παρέμεναν κλειστά το Σάββατο. Μετά την απελευθέρωση οι Εβραίοι της πόλης αναγνωρίστηκαν ως ισότιμοι Έλληνες πολίτες. Η υποστήριξη της Ελλάδας για την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη, αλλά και η φροντίδα της τοπικής διοίκησης για τα θύματα της πυρκαγιάς του 17, που έπληξε κυρίως τις εβραϊκές συνοικίες, ενίσχυσαν τις καλές σχέσεις. Η Μικρασιατική καταστροφή, η μαζική εγκατάσταση 100.000 προσφύγων στην πόλη, ο νόμος του 1924, που επέβαλε υποχρεωτική την αργία της Κυριακής, η οικονομική κρίση του 29 επιτείνουν το μεταναστευτικό ρεύμα, που δημιουργήθηκε ήδη από το 1917, τόσο προς τη Δύση, Η.Π.Α. και Γαλλία, όσο και προς την Παλαιστίνη. «Πάντοτε στο λιμάνι της πόλης υπάρχει το πλοίο για την Παλαιστίνη», γράφει ο Ιωσήφ Νεχαμά. Το 1923, μαζί με τους μουσουλμάνους της Μακεδονίας, εγκατέλειψαν την πόλη και 7 – 8.000 Ντονμέν. Το 1931 μέλη της φασιστικής και αντισημιτικής οργάνωσης «Εθνική Ένωση Ελλάδος» έκαψαν την εβραϊκή συνοικία Κάμπελ. Σαν αποτέλεσμα 10.000 Εβραίοι μετανάστευσαν στην Παλαιστίνη (8) (Μόλχο, Ρ., 1996, σ. 15). Λίγο πριν τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η εβρα?κή κοινότητα αριθμούσε 52.000 μέλη και αντιπροσώπευε το 1/6 του πληθυσμού και το 20% της οικονομίας της πόλης. Υπήρχαν 16 συναγωγές και 20 δημοτικά σχολεία. Η κοινότητα έσβησε με την υποχρεωτική μετοικεσία του συνόλου σχεδόν του πληθυσμού σε στρατόπεδα στην Πολωνία, αφού προηγουμένως είχαν υποστεί το στιγματισμό με το κίτρινο αστέρι, διάφορες απαγορεύσεις κίνησης και χρήσης,  απαγορεύσεις συμμετοχής στα κοινά και καταγραφή – δήλωση όλων των περιουσιακών στοιχείων, από «τα ζώντα ζώα» ως τα μαγειρικά σκεύη. Το Κοινοτικό Συμβούλιο και ο αρχιραββίνος Κόρετς συνιστούν συμμόρφωση  «με ακρίβεια και επιμέλεια» για να αποφευχθούν «χείριστες τιμωρίες της γερμανικής εξουσίας» Τελικά από τους 46.091 ισραηλίτες Θεσσαλονικείς που μεταφέρθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης μόνο το 4% επέζησε και επέστρεψε. Όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν τη μεταγωγή, σώθηκαν μέσο των σχέσεων με το ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, την έμπρακτη αλληλεγγύη των χριστιανών κατοίκων, ακόμη και των «δοσίλογων» αρχών, όπως η Αστυνομία. Χαρακτηριστικά για τη στάση της ηγεσίας του Κοινοτικού Συμβουλίου ο Τομανάς αναφέρει : « Όταν άρχισαν οι Γερμανοί να εφαρμόζουν τα μέτρα τους εναντίον των Εβραίων, η κυρία Αγλαΐα (ιδιοκτήτρια των εκπαιδευτηρίων Στεφάνου Νούκα και Αγλαΐας Σχινά) προσπάθησε να βοηθήσει τις εβραιοπούλες μαθήτριές της. Με τις προσωπικές της γνωριμίες, καθώς και με τις σχέσεις των καθηγητών της με ανθρώπους της Αντίστασης, κανόνισε να φυγαδευτούν τα κορίτσια στο βουνό. Μα την τελευταία στιγμή οι κοπέλες δίστασαν. Δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν τους γονείς τους να φύγουν χωρίς αυτές για την Πολωνία, όπου, όπως έλεγε ο αρχιραββίνος Κόρετς, τους περίμενε μια νέα ζωή. Έτσι, τα κορίτσια εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως...» (Τομανάς, Κ., 1997, σ. 66).

Σήμερα η κοινότητα, αν και μικρή (λιγότερα από 1.600 μέλη), είναι αρκετά καλά οργανωμένη και οικονομικά ανεξάρτητη. Διαθέτει δυο συναγωγές (Β. Ηρακλείου 24 και Συγγρού 37), ραββίνο και ιεροψάλτη, σχολείο που ιδρύθηκε το 1979 και αθλητική ένωση.

4. ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Μουσουλμανική κοινότητα στην πόλη της Θεσσαλονίκης υπάρχει και πριν την άλωσή της το 1430, ως άμεση συνέπεια της κατοχής της από τους Τούρκους το διάστημα 1387 – 1403. Την περίοδο αυτή υπάρχει καδής που δικάζει τις διαφορές που προέκυπταν ανάμεσα στους Τούρκους της πόλης (Δημητριάδης, Β., 1983, σ. 280) Πιθανολογείται και η λειτουργία τζαμιού, του τεμένους Mustafa Duzmese.

Μετά την άλωση και την αρχική ερήμωση της πόλης, γνωρίζουμε την προσπάθεια του Μουράτ Β' για ξαναζωντάνεμα της πόλης με εγκατάσταση σ΄ αυτήν διάφορων πληθυσμιακών ομάδων (Χασιώτης, I., 1985, σ. 162 και Δημητριάδης, Β., 1983, σ.σ. 15 – 16). Μεταξύ των ομάδων αυτών και χίλιες τούρκικες οικογένειες από τα Γιαννιτσά. Κατά την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, μουσουλμάνοι και χριστιανοί κατοικούσαν στην πόλη «αναμίξ», όπως μας πληροφορεί ο Αναγνώστης (Δημητριάδης, 1983: 16). Η προσπάθεια ξαναζωντανέματος της πόλης από την μουσουλμανική ηγεσία, θα οδηγήσει στο κτίσιμο σημαντικών κτιρίων : Hamza Bey Cami'i, Bey Hamami, ‘Alacα Imaret Cami'i, Yehudi Hamami, Mπεζεστένι, που οργανώνουν την αστική ζωή της πόλης. Ταυτόχρονα οι περισσότερες χριστιανικές εκκλησίες της πόλης, λεηλατημένες ήδη από την άλωση, μετατρέπονται σε τζαμιά και μουσουλμανικά τεμένη, κυρίως οι σπουδαιότερες : Αχειροποίητος σε Eski Cuma? Cami?i (1430), Αγία Σοφία σε  Aya Sofya Cami'i (1585), Άγιος Δημήτριος σε Kasuimiye Cami'i (1493), Ροτόντα σε Hortac Efendi Cami'i (1590-91), Προφήτης Ηλίας σε Seray ‘Atik Cami'i (πριν το 1478), Παναγία Χαλκέων σε Kazancilar Cami'i (μέσα του 15ου αι.), οι λιγότερο σημαντικές και περισσότερο κατεστραμμένες σε στάβλους και οικίες. Ο Αναγνώστης αναφέρει πως μόνο τέσσερις χριστιανικές εκκλησίες παρέμειναν σε λειτουργική χρήση, με άδεια του Μουράτ  Β', όμως ο αριθμός φαίνεται υπερβολικά μικρός, αφού γνωρίζουμε πως οι Τούρκοι σεβάστηκαν τα μετόχια και τις εκκλησίες που ανήκαν στις μονές του Αγίου Όρους, μετά τη δήλωση υποταγής τους αμέσως μετά την άλωση.

Τρία χρόνια μετά την κατάληψη της πόλης, ο Μουράτ Β', μετά από γενική απογραφή, εφάρμοσε το τιμαριωτικό σύστημα και μοίρασε στους μουσουλμάνους αξιωματούχους ως mulk (προσωπική περιουσία) κτήματα και τα καλύτερα κτίρια της πόλης, και στις λοιπές μουσουλμανικές ομάδες τα υπόλοιπα. Μετά την εγκατάσταση των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη και κυρίως μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1620, οι μουσουλμάνοι καταλαμβάνουν την περιοχή πάνω από τη σημερινή Αγίου Δημητρίου, γνωστή ως Μπαΐρι, και ένα μόνο τμήμα στον ανατολικό τομέα, την συνοικία  Akce Mescid. Aντίστοιχα  οι χριστιανοί εγκαταλείπουν τις μουσουλμανικές συνοικίες με εξαίρεση τη συνοικία της μονής Βλατάδων. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός αυξάνεται, κυρίως με την εγκατάσταση μουσουλμανικών ομάδων και λόγω των φορολογικών προνομίων που τους δίδονται. Η Θεσσαλονίκη εντάσσεται  στο «εγιαλέτι» της Ρούμελης (Χασιώτης,  1985: 161 –162) και είναι το διοικητικό κέντρο του βιλαετιού της Θεσσαλονίκης (9). Η οργάνωση των μουσουλμάνων σε συντεχνιακές ενώσεις (ισνάφια) και άλλες συσσωματώσεις (κοινότητες) επέδρασε θετικά στην επαγγελματική και κοινοτική οργάνωση χριστιανών και ισραηλιτών. Θετικά επέδρασε και το σύστημα φορολόγησης των αυτόνομων κοινοτήτων (millet), που, αν και άνισο αφού τα φορολογικά προνόμια απευθύνονταν κυρίως σε μουσουλμάνους και δευτερευόντως σε ισραηλίτες (10), αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα για τις σχάσεις των κοινοτικών ομάδων.

Σημαντική στιγμή για τη μουσουλμανική κοινότητα υπήρξε ο μαζικός εξισλαμισμός χιλιάδων Εβραίων οπαδών του Σαμπετάι Σεβί. Οι εξισλαμισθέντες Εβραίοι (Donme), που από πολλούς εικάζεται η κρυπτοεβραϊκή τους λατρεία (11), αποτέλεσαν ένα από τα πλέον πρωτοποριακά στοιχεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην αλλαγή του προφίλ της πόλης σε κοσμοπολίτικο στα τέλη του 19ου αι.

Η Θεσσαλονίκη και φυσικά και οι κοινότητές της ακολουθούν την πορεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και υφίστανται οικονομική και πληθυσμιακή συρρίκνωση με την αλλαγή των εμπορικών δρόμων και τη δημιουργία των ισχυρών δυτικών κρατών. Η συνείδηση της αναγκαιότητας αλλαγής των δομών και των λειτουργιών της αυτοκρατορίας σχηματίζεται ήδη από τα τέλη του 16ου αι. και βαθμιαία επεκτείνεται σε σημαντικό τμήμα της ιθύνουσας τάξης της αυτοκρατορίας. Η κίνηση αυτή, που χαρακτηρίζεται ως δυτικόφιλη, γίνεται εντονότερη κατά τη διάρκεια του 19ου αι. και συνδυάζεται  με τη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα στο βαλκανικό χώρο, και ενδύεται με στοιχεία ιδεολογίας της δυτικής κουλτούρας και του ορθολογισμού (12). Ταυτόχρονα και με αφορμή τις ίδιες αιτίες, εμφανίζεται και μια ισλαμική κίνηση εκσυγχρονιστικών τάσεων στα πλαίσια βέβαια της ισλαμικής κοσμοθεωρίας. Από το 1890 και μετά με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη και γύρω από την προσωπικότητα του Ziya Gokalp (Ζιγιά Γκακάλπ) θα σχηματιστεί ο κύκλος «Γκενς Καλεμπέρ» («Νέα Ζωή») με χαρακτηριστικά τον τούρκικο εθνικισμό. Τέλος, το Νεοτουρκικό κίνημα, που θα κυριαρχήσει στην ιδεολογική και πολιτική σκηνή στις αρχές του αιώνα, απορρίπτει την «οθωμανιστική» πρόταση για την πολυεθνική συγκρότηση της αυτοκρατορίας πάνω στη βάση της πολιτισμικής αυτονομίας των εθνοτήτων και αποβλέπει στη δημιουργία συγκεντρωτικού κράτους με πρωτεύοντα ρόλο του τούρκικου στοιχείου. Η Θεσσαλονίκη, τόπος «εξορίας» των νεωτεριζόντων αξιωματικών και υπαλλήλων της αυτοκρατορίας, γίνεται το φυσικό κέντρο  της ιδεολογίας του νεοτουρκισμού. Η επιτυχία της νεοτουρκικής επανάστασης (1908) συνδέεται άμεσα με τη συγκρότηση μιας τουρκικής αστικής τάξης.

Η όλη πορεία των πολιτικών εξελίξεων στη Θεσσαλονίκη και το μέγεθος της διεύρυνσης του νεωτεριστικού πνεύματος απαιτούν την ύπαρξη μαζικής εκπαίδευσης από τη μια και εφημερίδων από την άλλη. Ήδη από το 1887 λειτουργεί, στο πνεύμα επανασυγκρότησης της διοίκησης της αυτοκρατορίας, η προπαρασκευαστική σχολή για διοικητικές θέσεις Ιδαδιέ (Idadiye) και το 1907 ιδρύεται η Νομική Σχολή, που λειτουργεί στο Διοικητήριο. Η κλασική, στον ισλαμικό κόσμο, οργάνωση της εκπαίδευσης με τους μεντρεσέδες (medrese), σχολές κλασικής ισλαμικής παιδείας, τον 19ο αι. αντικαθίσταται με σχολεία που δίνουν πιο σύγχρονη και ευρύτερου πεδίου παιδεία. Έτσι στα 1882 δυο σχολεία  R?sdiye (αντίστοιχα με τα ελληνικά σχολαρχεία), παρθεναγωγείο (Hamidiye), Εμπορική Σχολή (Cezaret Mektebi), διτάξιο διδασκαλείο (Daru’l – muallimin), ορφανοτροφείο (Islahane), οκτατάξια Αστική Σχολή (Selimiye), 9 συγχρονισμένα δημοτικά σχολεία και 4 νηπιαγωγεία. Επίσης υπήρχε ιδιωτική τουρκική σχολή (Terraki Mektebi) σχολή χωροφυλακής και στρατιωτική σχολή (Δημητριάδης, 1983: 397 – 399). Σημειώνουμε επίσης ότι αρκετοί μουσουλμάνοι έστελναν τα παιδιά τους στα ξένα σχολεία της πόλης (Γαλλική Λαΐκή Αποστολή, «Ουμβέρτος Α'», Γερμανική Σχολή, Διεθνές Αγγλικόν Παρθεναγωγείον). Οι εξισλαμισθέντες Εβραίοι φοιτούσαν σε δυο ξεχωριστά σχολεία.

Η δημοσιογραφία, όπως η εκπαίδευση, αποτελεί δείκτη της στροφής προς τη νεωτερικότητα στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου. Ως τα 1896 μόνο μια ελληνική, μια ισραηλιτική και το επίσημο οθωμανικό δελτίο κυκλοφορούν στην πόλη. Το 1912 εκδίδονται 16 εφημερίδες (2 στα γαλλικά, 5 στα ισπανοεβραϊκά, 4 στα ελληνικά, 3 στα τουρκικά, 1 στα βουλγαρικά και 1 στα ρουμανικά) (Μοσκώφ, 1988: 326).

Το 1908 η κακή σοδειά φέρνει μια από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις και πιθανότατα συντελεί στο ξέσπασμα της νεοτουρκικής επανάστασης, που πρώτα εκδηλώνεται στο Μοναστήρι και μετά στη Θεσσαλονίκη (23 Ιουλίου 1908). Ένα χρόνο αργότερα οι εξαγγελίες ελευθερίας, ισότητας,  ανεξιθρησκίας και παροχής Συντάγματος, μετατρέπονται σε μεταπρατικές σχέσεις, κυρίως με το γερμανικό κεφάλαιο. Οι βαλκανικοί πόλεμοι επιφέρουν σημαντικές αλλαγές σε όλη τη βαλκανική και η Θεσσαλονίκη γίνεται τμήμα του ελληνικού κράτους. Η μουσουλμανική κοινότητα επιζεί, ως δομικό στοιχείο της πόλης, λίγα ακόμη χρόνια, ως το 1923, που η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας έρχεται να επισφραγίσει το προσφυγικό δράμα, αλλάζοντας τον πληθυσμιακό χάρτη της Θεσσαλονίκης και τη μορφή της ζωντανής πόλης μετά από 500 χρόνια.

5. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ
(την εποχή της Τουρκοκρατίας)

Οι ελάχιστοι χριστιανοί που έμεναν στην πόλη λίγο πριν την άλωσή της, το 1430, γνωρίζουμε ότι αμέσως μετά την εγκατέλειψαν αναζητώντας καταφύγιο στις γύρω αγροτικές περιοχές. Όμως η πολιτική ξαναζωντανέματος της πόλης του σουλτάνου Μουράτ Β', οι εγγυήσεις που δίνει και η απομάκρυνση του τουρκικού στρατού, κάνει τους χριστιανούς να ξαναγυρίσουν στην ερημωμένη και καταστραμμένη πόλη τους. Ο αριθμός τους εκτιμάται από 1.000 ως 2.000 άτομα. Με την εγκατάσταση νέων μουσουλμανικών πληθυσμών στην πόλη, τη μετατροπή των μεγαλύτερων και σπουδαιότερων εκκλησιών σε τζαμιά και τη συγκέντρωση των μουσουλμάνων κυρίως γύρω από αυτά, οι χριστιανοί συγκεντρώνονται γύρω από τους εναπομείναντες ναούς τους, αυτούς που τους επετράπη να χρησιμοποιούν για την εκτέλεση των λατρευτικών τους καθηκόντων, δημιουργώντας κάποιες νησίδες ζωής σε μια έρημη πόλη. Γνωρίζουμε όμως ότι ζούσαν στις ίδιες συνοικίες τόσο μουσουλμάνοι, όσο και χριστιανοί. Το 1478 οι χριστιανικές συνοικίες είναι 10 με απογραμμένο πληθυσμό 6.094 άτομα. Το 1510 – 20 ο χριστιανικός πληθυσμός αυξάνεται σε 7.891, μάλλον με τη μετεγκατάσταση χριστιανών από άλλα μέρη (Δημητριάδης, 1983). Μετά την έλευση των Εβραίων από την Ευρώπη και την εγκατάστασή τους στο κεντροδυτικό παραθαλάσσιο τμήμα της πόλης και την αναγκαστική μετακίνηση των χριστιανών από τις αμιγείς από εδώ και πέρα μουσουλμανικές συνοικίες στο μπαΐρι, οι χριστιανοί περιορίζονταi στο νοτιοανατολικό τμήμα της πόλης και σε κάποιες άλλες νησίδες είτε μέσα στις μουσουλμανικές είτε στις εβραϊκές  συνοικίες. Στα τέλη του 19ου αι. οι συνοικίες αυτές είναι οι : 1) Αγίου Υπατίου (Καμάρα), 2) Tyzlu Cesme (= Αλμυρής Βρύσης ή συνοικία της Υπαπαντής), 3) Αγίου Κωνσταντίνου (πλ. Ιπποδρομίου), 4) Kebir Manastir ή Τρανή ή Νέα Παναγία, 5) Παναγούδας, 6) Αγίου Αθανασίου, η μεγαλύτερη και πολυαριθμότερη χριστιανική συνοικία, 7) Αγίου Νικολάου (ανατολικά της πλ. Δικαστηρίων), 8) Cavus Manastir ή Μονής Βλατάδων, 9) Yanik Manastir (Στην πύλη του Βαρδαρίου), 10) Kizlar Manastir ή Αγίας Θεοδώρας και 11) Tavsan Manastir ή Παναγίας Λαοδηγήτριας

Οι αρχικές ασχολίες των χριστιανών φαίνεται να ήσαν πολυποίκιλες, από αγροτικές ασχολίες (τόσο εκτός των τειχών, όσο και στους κενούς χώρους εντός), έως επαγγελματικές,  μικροβιοτεχνικές, κυρίως υφαντουργικές, και εμπορικές. Η κρίση που περνά η Οθωμανική Αυτοκρατορία τον 16ο – 17ο αι. επιδρά και στη Θεσσαλονίκη κυρίως όμως στον εβραΐκό πληθυσμό, που εξυπηρετούσαν τους Βενετούς ως μεσάζοντες. Η μεταφορά των εμπορικών δρόμων από ανατολικά δυτικά και από ξηρά σε θάλασσα, αλλάζει την οικονομική βάση της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας από εμπορική σε βιοτεχνική. Αντίστροφη αλλαγή θα γίνει τον 18ο και κυρίως τον 19ο αι. με την είσοδο του δυτικοευρωπαΐκού κεφαλαίου και των ευρωπαϊκών προϊόντων, που αλλάζουν την οικονομία από παραγωγική σε μεταπρατική. Το 1880 Υπάρχουν πάνω από 10.000 αργαλειοί στη Μακεδονία και ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη παράγει υφαντουργικά προϊόντα αξίας 1.600.000 χρ. φράγκων, εξάγοντας το 60% της παραγωγής (Μοσκώφ, Κ., 1988, σ.σ. 259 –260). Παράλληλα ανθεί και το χερσαίο εμπόριο προς τη Κεντρική Ευρώπη. Μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), παρατηρείται άνθηση παραγωγική και εμπορική, καθώς και αύξηση του ελληνικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης με την εγκατάσταση νέων ομάδων, που επιδίδονται κυρίως στο εμπόριο. Έχουμε την εποχή αυτή σχηματισμό της πρώτης αστικής τάξης, που εύκολα αγκαλιάζει τα φιλελεύθερα μηνύματα του καιρού, κυρίως της γαλλικής επανάστασης. Η χριστιανική αστική τάξη έχει στην κορυφή της τους επονομαζόμενους «Βερατλήδες», δηλ. τους έχοντες ξένη υπηκοότητα και υπό την «προστασία» της, όπως η εξελληνισμένη οικογένεια Άμποτ και οι Χατζηλαζάρου. Οι παλιοί αριστοκράτες, πρόκριτοι, η εκκλησιαστική αρχή, που εκπροσωπεί ο εκάστοτε μητροπολίτης, και οι προαναφερθέντες αστοί αποτελούν την κυρίαρχη τάξη της χριστιανικής κοινότητας. Η ελληνική κοινότητα μέχρι το 1780 διοικείται από τον μητροπολίτη σε συνεργασία με την αριστοκρατία της πόλης, με σημαντικότερο πόλο εξουσίας τον πρώτο. Η συγκρότηση όμως της αστικής τάξης δημιουργεί και διεκδικήσεις εξουσίας, με επιτυχία όπως φαίνεται από την ύπαρξη γουνοποιών στην επιτροπή διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της Μονής Βλατάδων, που ήταν κάτοχος κυριότητας των περισσοτέρων χριστιανικών ναών. Η κοινότητα διαιρείται σε μικρότερες, συχνά τοπικές κατά προέλευση. Για να κατανοηθεί το μέγεθος και η διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινότητας, αναφέρουμε πως λίγο πριν το 1821 από τα 6.100 φορολογήσιμα άτομα : 1) 1.600 πλήρωναν φόρο 11 πιάστρα (κατηγορία ευπόρων), 2) 2.500 πλήρωναν φόρο 6 πιάστρα (μεσαία κατηγορία) και 3) 2.000 πλήρωναν 2,75 πιάστρα (Mοσκώφ, 1988: 284).

Η οικονομικοκοινωνική άνοδος του χριστιανικού και ιδιαίτερα του ελληνικού στοιχείου, που συνδυάστηκε με πνευματική άνοδο, διακόπηκε βίαια από τα γεγονότα που ακολούθησαν την επανάσταση του 1821. Τέσσερις χιλιάδες Έλληνες σφάζονται ως αντίποινα και ως κατασταλτικά μέτρα από τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Γιουσούφ πασά και χιλιάδες άλλοι την εγκαταλείπουν για ασφαλέστερα μέρη. Ο ελληνικός πληθυσμός κατεβαίνει σε 3 – 4.000 άτομα. Η τοποθέτηση το 1823 του Ιμπραΐμ πασά, ως νέου διοικητή της πόλης, η εξολόθρευση των γενίτσαρων το 1826 και η εκσυγχρονιστική περίοδος που ακολουθεί φέρνουν αρχικά τη γαλήνη και αργότερα την ανάπτυξη, η οποία ιδιαίτερα στο τέλος του αιώνα θα μεγιστοποιηθεί.

Στα μέσα του 19ου αι. η Θεσσαλονίκη αρχίζει να ακμάζει. Το εμπόριο ανθεί. Οι σιδηροδρομικές συνδέσεις με την Κεντρική Ευρώπη, οι θαλάσσιες αρτηρίες που επαναλειτουργούν με βάση τις διεθνείς συνθήκες, η ίδρυση τραπεζών στην πόλη και η εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων, επιδρούν καταλυτικά στη μετατροπή της πόλης σε μεταπρατικό κέντρο. Οι Έλληνες ανταγωνίζονται εμπορικά τους Εβραίους. Στο υφασματεμπόριο οι Έλληνες έχουν τις 5 από τα 12 μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Στην εμπορία γουναρικών κυριαρχούν. Από τους 7 μεγαλύτερους οίκους εμπορίας δερμάτων οι δυο ανήκουν σε Έλληνες. Από τους 3 εμπορίας μπογιάς οι 2 σε Έλληνες, από τους 5 τροφίμων οι 3 σε Έλληνες, τους 6 λαδιού οι 4 σε Έλληνες. Το 1881 30 επαγγελματίες ιδρύουν τη Λαΐκή Τράπεζα στην πόλη (Μοσκώφ, 1988: 269-271). Η άνοδος της αστικής τάξης διαφαίνεται και μέσο της σύγκρουσης φιλελεύθερων – δημοκρατικών και παραδοσιακών – αριστοκρατών, που καταλήγει σε κέρδη για τους πρώτους, που υλοποιούνται με αποφάσεις μεταρρύθμισης. Η κατά μέτωπο σύγκρουση αποφεύγεται λόγω των αναγκών του Μακεδονικού Αγώνα. Σημαντικό ρόλο παίζει το ελληνικό προξενείο και ο πρόξενος Κορομηλάς, καθώς και η οργάνωση «Οργάνωση της Θεσσαλονίκης». Ο αγώνας σταματάει με την Νεοτουρκική επανάσταση στα 1908. Η δράση μεταφέρεται στο χώρο της ιδεολογίας, όπου κυριαρχούν οι μορφές των Ι. Δραγούμη και Αθ. Σουλιώτη – Νικολαΐδη. Να πως περιγράφει το νεωτερικό πνεύμα, που κυριαρχεί στην ελληνική κοινότητα, ο τελευταίος : «…μια γενική εντύπωση, ένας πολιτισμός, ο χθεσινός δικός μας, πολιτισμός νικημένος από έναν ξένο ακόμα για μας ευρωπαΐκό, παίρνει τσακισμένος τους κάμπους και τα βουνά φεύγοντας όλο και πιο απόμερα για να κρυφτεί, να σωθεί, να πεθάνει, άθλιος και περήφανος σαν ξεπερασμένος γεροάρχοντας…» και Risal «Οι Έλληνες είναι οι πρώτοι που υιοθετούν τα ευρωπαϊκά ρούχα (…).Το πλήθος των ανδρών και όλες σχεδόν οι χριστιανές της Θεσσαλονίκης φορούσαν τα φράγκικα» (Μοσκώφ, 1988: 290). Ο πόθος για ελευθερία, το νεωτερικό πνεύμα, καταφεύγουν στα εξωτερικά γνωρίσματα.

Η ανάπτυξη - συγκρότηση  του νεωτερικού πνεύματος όσον αφορά την ελληνική κοινότητα βαίνει παράλληλα με την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. «Ελληνικόν σχολείον» λειτουργούσε στις αρχές του 19ου αι. και έκλεισε από το 1821 ως το 1826. Για το προηγούμενο διάστημα οι πληροφορίες είναι λίγες, φαίνεται όμως ότι στο δεύτερο μισό του 16ου αι. μερικοί λόγιοι και δάσκαλοι διδάσκουν στην πόλη και φαίνεται πως η σχολική εκπαίδευση αναπτύσσεται μετά την απόφαση των ορθόδοξων μητροπολιτών, το 1593, για ίδρυση σχολείων (Δημητριάδης, Β., 1983, σ. 389). Στις αρχές του 18ου αι. διδάσκει στη Θεσσαλονίκη ο λόγιος Γιαννακός σε ελληνική σχολή, που στα 1760 μετονομάστηκε σε «Ελληνομουσείον».

Στα 1835 ελληνικό σχολείο επαναλειτούργησε σε κτίριο στη σημερινή οδό Στεφ. Τάττη. Το 1852 η «Ελληνική σχολή» βρισκόταν στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου και το 1870 μετατράπηκε σε γυμνάσιο. Το 1874 φοιτούν : στο γυμνάσιο 98 μαθητές (30 Θεσσαλονικείς και 68 επαρχιώτες), στο Ελληνικό Σχολείο 126 μαθητές (87 Θεσσαλ.), στο Κεντρικό Δημοτικό Σχολείο 340 μαθητές (320 Θεσσαλ.), στο παράρτημα Βαρδαρίου 93 μαθητές (88 Θεσσαλ.), στο Παρθεναγωγείο 344 μαθήτριες (322 Θεσσαλ.) και υπάρχουν 2 νηπιαγωγεία με 279 νήπια (Μοσκώφ, Κ., 1988, σ. 293). Το 1903 ιδρύθηκε το ορφανοτροφείο Παπάφη « Μελιτεύς». Στις αρχές του αιώνα κτίστηκε η Ιωαννίδειος Αστική Σχολή (οδός Φιλικής Εταιρείας) και λειτουργούσαν μερικά ιδιωτικά λύκεια. Το νοσοκομείο της κοινότητας, «Τα Σπιτάλια», βρίσκονταν στη συνοικία της μητρόπολης. Ενδεικτικό της αργοπορημένης συγκρότησης και ανάπτυξης της ελληνικής αστικής τάξης, είναι και η ίδρυση μόλις το 1850 από τον Μ. Γκαρπολά του πρώτου ελληνικού τυπογραφείου και η κυκλοφορία της πρώτης ελληνικής εφημερίδας, «Ο Ερμής» στις 13-5-1875, με διευθυντή τον Σ. Γκαρπολά. Η «Μακεδονία» του Κ. Βελλίδη ιδρύεται και κυκλοφορεί στα 1911. Η κύρωση της συνθήκης του Βουκουρεστίου στις 10-8-1913, που επισφράγισε την οριστική ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της  Νότιας Μακεδονίας στην Ελλάδα (Βακαλόπουλος, Απ., 1985) αποτελεί την τελευταία σελίδα της ιστορίας της ελληνικής κοινότητας για την περίοδο της Τουρκοκρατίας και την αρχή μιας νέας.

ΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΠΛΗΘΥΣΜΙΑΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

 Οι διαδικασίες συγκρότησης εθνικών ταυτοτήτων και των εθνικών κρατών, όπως περίπου τα γνωρίζουμε σήμερα, κατά τη διάρκεια του 18ου αι. και κυρίως του 19ου αι., και που επιφέρουν τόσες αλλαγές στο χάρτη της βαλκανικής, επηρεάζουν και τις πληθυσμιακές ομάδες της Θεσσαλονίκης. Έτσι μετά τα μέσα του 19ου αι. αρχίζει να σχηματίζεται η εξαρχική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, που σαφώς συνδέεται με τα οράματα του βουλγαρικού εθνικισμού. Η εξαρχική κοινότητα ιδρύει σχολείο το 1871, δίπλα στο ναό του Αγίου Αθανασίου, με πρόγραμμα «ευρωπαϊκό», που προσελκύει αρχικά μεγάλο αριθμό μαθητών και με γλώσσες διδασκαλίας τα τουρκικά, γαλλικά, βουλγαρικά και ελληνικά (Μοσκώφ, 1988: 307). Γυμνάσιο λειτουργούσε στην ίδια συνοικία από το 1881. Το 1910 ιδρύεται Παρθεναγωγείο και το 1907 εμπορική σχολή. Στο Βαρδάρη λειτουργούσε ένα ακόμη σχολείο και στη νεόκοπη συνοικία της Αγίας Τριάδας, βουλγαρική σχολή. Η πρώτη εκκλησία της εξαρχικής κοινότητας, του Κυρίλλου και Μεθοδίου, κτίζεται κοντά στον Άγιο Αθανάσιο. Η κοινότητα έχει επίσης δικό της τμήμα των χριστιανικών νεκροταφείων της Ευαγγελίστριας με δικό της, εσωτερικά, ναό (Δημητριάδης, 1983: 269 και 446). Η εξαρχική κοινότητα, με την ενίσχυση του βουλγαρικού κράτους, στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα υπολογίζεται σε 8.000. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν μικροέμποροι, μικροεπαγγελματίες, κτίστες και γαλατάδες. Προφορικές μαρτυρίες από τους πρώτους πρόσφυγες (Πόντος) χαλκωματάδες της Θεσσαλονίκης αναφέρουν πως ανάμεσα στους παλιούς Θεσσαλονικείς χαλκωματάδες υπήρχαν και κάποιοι βουλγαρόφωνοι, που έφυγαν με την ανταλλαγή πληθυσμών (Παπαδόπουλος,  1982). Στην κοινότητα υπήρχαν και λίγοι επιστήμονες δικηγόροι (Μοσκώφ, 1988: 308).

Οι Σέρβοι, ολιγάριθμοι (1.000 άτομα μαζί με τους προξενικούς υπαλλήλους), συγκεντρώνονταν στην συνοικία της Μητρόπολης, όπου λειτουργούσε από το 1897 Ανωτέρα Αστική Σχολή και Αστική Σχολή Θηλέων. Τα εκκλησιαστικά τους καθήκοντα γίνονταν στη μικρή εκκλησία του Αγίου Σάββα, μετόχι του Χιλιανδαρίου, στην οδό Καμβουνίων, που ακόμη και σήμερα σώζεται σαν υπόγειο παρεκκλήσι σε πολυκατοικία. Υπήρχαν επίσης δυο νηπιαγωγεία στο Βαρδάρι και στην Αγία Τριάδα (Δημητριάδης, 1983:  401 και Μοσκώφ, 1988:  308).

Από το 1899 λειτουργούσε Ρουμανική Εμπορική Σχολή που εξυπηρετούσε κυρίως τους 1000 ρουμανίζοντες βλάχους, όπως και σχολείο με παρεκκλήσι από το 1903.

Η αρμενική κοινότητα εμφανίζεται συγκροτημένη στις αρχές του 20ου αι. Το 1903 κτίζεται η αρμενική εκκλησία (οδός Διαλέττη) και το 1909 κτίζεται και λειτουργεί, στο προαύλιο της εκκλησίας, αρμενικό δημοτικό σχολείο (Τομανάς, 1997: 83).

Η παρουσία δυτικοευρωπαίων στην πόλη της Θεσσαλονίκης, καταγράφεται από τους βυζαντινούς χρόνους. Ρωμαιοκαθολική εκκλησία υπάρχει ήδη από το 1322. Η συγκέντρωση των δυτικών στη συνοικία του Αγίου Μηνά, κοντά στο λιμάνι του Μεγάλου Κωνσταντίνου και στην αγορά της πόλης, συνδέεται με τις εμπορικές κυρίως δραστηριότητές τους. Τον 18ο αι. οι Έλληνες έχουν ήδη εγκαταλείψει την περιοχή που παίρνει την ονομασία Φραγκομαχαλάς και που ακόμη και σήμερα ο κυριότερος δρόμος της φέρει την ονομασία οδός Φράγκων. Στην περιοχή υπήρχαν τα αρχοντικά των πλούσιων εμπόρων, που πολλά ήσαν προξενικές κατοικίες, η εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου (1744) και το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας, που ήταν τράπεζα ευρωπαϊκών συμφερόντων. Τα σχολεία που είχαν ιδρύσει οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και όπου μπορούσαν να φοιτήσουν παιδιά κάθε εθνικότητας, κύριο σκοπό έχουν τη διάδοση της κουλτούρας και της παιδείας των κρατών αυτών και τη μεγιστοποίηση της επιρροής σε πολιτικοοικονομικό επίπεδο.

Σε καταγραφή του 1910 τα ξένα σχολεία που λειτουργούν είναι :1) Το Lycee ιδρυμένο από τη Γαλλική Λαϊκή Αποστολή, 2) Η σχολή των Φρερ ( Ecole des Freres de Saint Vincent de Paul), 3) Παρθεναγωγείο του ιδίου τάγματος (Ecole des Filles Dirigee par des Seurs de Saint Vincent de Paul), 4) Παρθεναγωγείο με νηπιαγωγείο, το γνωστό Καλαμαρί, 5) Σχολείο και οικοτροφείο του τάγματος των Λαζαριστών, 6) Ιταλική πρακτική και εμπορική σχολή «Ουμβέρτος Α'», με προπαρασκευαστική σχολή τη Βασιλική Σχολή Αρρένων, 7) Ιταλική Βασιλική Σχολή Θηλέων, με επαγγελματικό τμήμα, 8) ιταλικό δημοτικό σχολείο θηλέων με νηπιαγωγείο, 9) ιταλική εσπερινή σχολή ιχνογραφίας, 10) δημοτική σχολή θηλέων της πριγκίπισσας Υολάνδης, της  εταιρείας Dante Aligihieri, 11) ιταλική επαγγελματική σχολή θηλέων, 12) Γερμανική Σχολή με τμήμα Ανωτέρας Γερμανικής Σχολής, 13) Αμερικανική Γεωργική Σχολή.

Στα περισσότερα απ’ τα σχολεία αυτά, εκτός από τα παιδιά των ιδρυτικών εθνοτήτων, πήγαιναν και παιδιά των εύπορων τάξεων, παρακινούμενοι από το νεωτεριστικό πνεύμα της εποχής και την κυριαρχία της δυτικής κουλτούρας και οικονομίας, αλλά και παιδιά μέσων στρωμάτων, σε επαγγελματικά κατεύθυνση, καθόσον η εξειδίκευση της εργασίας ήταν αναγκαιότητα της εποχής, αφού τα μέσα παραγωγής άλλαζαν και η οικονομία έμπαινε σε βιομηχανική φάση. Έμφαση επίσης δόθηκε και στον θρησκευτικό προσηλυτισμό των παιδιών φτωχών στρωμάτων.

6. ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

Η Θεσσαλονίκη για αιώνες απoκαλείτο «Μητρόπολη του Ισραήλ» καθώς συγκέντρωνε φυγάδες Εβραίους από όλη την Ευρώπη. Ο Π. Μ. Κοντογιάννης (περιοδικό ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ, Αθήνα, Οκτώβριος 1912) δίνει ένα δείγμα της εντύπωσης που σχημάτιζε  ο ξένος επισκέπτης για την Θεσσαλονίκη λίγο πριν από το 1912. « Πριν ακόμη αποβιβασθή ο ταξιδιώτης εις την αποβάθρα του λιμένος της Θεσσαλονίκης αρχίζει να κατανοεί ότι στην πόλιν ταύτην το πλήθος των Εβραίων είναι  μέγα. Οι βαρκάρηδες, οι οποίοι περικυκλώνουν το ατμόπλοιον είναι Εβραίοι. Το καταλαμβάνει κανείς και από τας φυσιογνωμίας  των και από την ιδιάζουσα  εις αυτούς προφοράν, με την οποίαν χρωματίζουν και τας ξένας γλώσσας, όταν ομιλούν. Με την ίδιαν προφορά την συρμένην και την έρρινον χρωματίζουν και την Ελληνικήν την οποία  εργαζόμενοι εις την αγοράν ομιλούν.»

Ο Γ. Θ. Βαφόπουλος πάλι στο «Παραμύθι της Θεσσαλονίκης» αναφέρει : « Η Θεσσαλονίκη ήταν γνωστή με την προσωνυμία «εβραιούπολις». Κι αληθινά  μ’ όλο που το ελληνικό στοιχείο, κυριαρχικά απλωμένο στην πόλη, έδινε στον κοσμοπολίτικο της χαρακτήρα μια ξεχωριστή απόχρωση «ελληνικότητας», ωστόσο η «εβραϊκότητα», με τα καθαρά γραφικά της στοιχεία ,έδειχνε πως υπερίσχυε στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις» (Βαφόπουλος, 1985:  21).

Ο Νεχαμά - Ριζάλ στα 1912 θα χαρακτηρίσει την πόλη «λατινική στην σκέψη της , ισραηλιτική στην στην μορφωσή της» (Μοσκώφ, 1988: 300).

Με το εβραϊκό στοιχείο να κυριαρχεί, τρεις είναι οι εθνότητες που δίνουν στην Θεσσαλονίκη το πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της κοινωνικής της ζωής, λίγο πριν από το 1912. Οι Εβραίοι , οι Μουσουλμάνοι και οι Χριστιανοί, κυρίως οι Έλληνες. Στην ουσία, το ελληνικό στοιχείο θα επικρατήσει στις εκδηλώσεις της καθημερινότητας μετά τον ερχομό στην πόλη των προσφύγων της μικρασιατικής καταστροφής.

Στο περιβάλλον της πόλης οι τρεις κοινότητες διατηρούν τα στεγανά τους στο βαθμό που τα μέλη τους κινούνται στα όρια της θρησκευτικής ιδεολογίας τους και των λειτουργιών που η θρησκεία της κάθε μιας επιβάλλει. Οι προκαταλήψεις και η ιστορία της κάθε εθνότητας χρωματίζουν και την σχέση των ατόμων της, τόσο μεταξύ τους, όσο και μεταξύ ατόμων διαφορετικών κοινοτήτων. Η κοινωνική ιστορία της πόλης καθορίζεται από την εξέλιξη των τριών επιμέρους θρησκευτικών κοινοτήτων. Όταν όμως τα άτομα εμπλέκονται στην οικονομική δραστηριότητα της πόλης , τότε τα κριτήρια διαχωρισμού των ανθρώπων δεν βασίζονται σε θρησκευτικά ή φυλετικά δεδομένα αλλά σε οικονομικά. Ιδιαίτερα μετά την τρίτη δεκαετία του 18ου αιώνα και κυρίως μετά τα μισά του 19ου , ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός αρχίζει να κατακτά την Μακεδονία και την Θεσσαλονίκη και η διάκριση των κατοίκων της άρχισε να γίνεται με βάση την σχέση τους στο νέο σύστημα παραγωγής. Εμφανίζεται έτσι ένας μεγάλος αριθμός ειδικευμένων και ανειδίκευτων εργατών στην νεοσύστατη βιομηχανική υποδομή της πόλης και έχει κοινή μοίρα με τους μικροπωλητές-μικροϊδιοκτήτες γης και με τα υπόλοιπα  χαμηλά στρώματα, καθώς και με όσους ασχολούνται βιοποριστικά στην βιοτεχνική ζωή της Θεσσαλονίκης. Εμφανίζονται ακόμη τα μικροαστικά στρώματα και η αστική κεφαλαιοκρατική τάξη της πόλης. Το παλιό σύστημα των Οθωμανών με την οργάνωση σε αυτόνομες κοινότητες (millet) για φορολογικούς λόγους, αρχίζει να καταρρέει στη νέα πραγματικότητα.

Ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των κοινοτήτων αφορά κυρίως τους Έλληνες και τους Εβραίους. Οι Τούρκοι κατέχουν την εξουσία και την μεγάλη γεωργική περιουσία. Οι  χριστιανοί και οι Εβραίοι κατά κανόνα αποκλείονταν από την ανώτερη κοινωνική τάξη παλαιότερα, καθώς και από τα κρατικά αξιώματα. Οι νέοι οικονομικοί όροι επιτρέπουν σε Εβραίους και Έλληνες να προσεγγίζουν με «οικονομικό» τρόπο την ανώτερη τάξη.

Έτσι κατά τον 18ο αιώνα και στις αρχές του 19ου , την ψηλότερη βαθμίδα της κοινωνικής ιεραρχίας κατέχουν οι μουσουλμάνοι που εδραιώνουν την κυριαρχία τους με την κατοχή γεωργικής ιδιοκτησίας και κρατικών αξιωμάτων. Τούρκοι δεν αντιπροσωπεύονται  όσο οι άλλες εθνότητες στα κατώτερα λαϊκά στρώματα  και δεν αναμειγνύονται  στον αγώνα της καθημερινότητας όσο το ελληνικό λαϊκό και εβραϊκό λαϊκό  στοιχείο. Ο Μουσουλμανικός πληθυσμός στην πλειοψηφία του έχει διαχειριστική – κρατική  σχέση με τους πληθυσμούς των Ελλήνων  και των Εβραίων. Η Εκπροσώπηση των μουσουλμάνων στους θεσμούς κοινωνικής διοικητικής εξέλιξης είναι συντριπτική. Χαρακτηριστικά  αναφέρουμε: Από το 1887 λειτουργεί στην Θεσσαλονίκη η ανώτερη σχολή που προπαρασκεύαζε τους σπουδαστές της για διοικητικές θέσεις, η  Ιδαδιέ. Το 1908 είναι 7τάξια και έχει 300 σπουδαστές. Από αυτούς 199 είναι μουσουλμάνοι, 41 Έλληνες, 38 Βούλγαροι, 14 Σέρβοι, και 10 Ισραηλίτες.

Η νομική σχολή, που ιδρύθηκε στις 18 – 9 - 1907, έχει το 1910, 365 σπουδαστές : 340 Τούρκους, 10 Έλληνες, 5 Βούλγαρους. Δύο αστυνομικές σχολές, μία στρατιωτική  και μία μέση γεωπονική σχολή  χρηματοδοτούνται την ίδια εποχή από το οθωμανικό δημόσιο και οι σπουδαστές τους είναι στην συντριπτική πλειοψηφία Οθωμανοί ( Μοσκώφ, 1990: 327).

Μετά το κυρίαρχο οθωμανικό στρώμα ακολουθεί ως ηγεμονικό κι αυτό στρώμα, η λεβαντίνικη κοινωνία της πόλης. Ισραηλίτες δηλαδή που έχουν ιταλική, γαλλική, ισπανική ή αυστριακή υπηκοότητα και είναι απεσταλμένοι των μεγάλων ευρωπαϊκών εταιριών. Σε αυτό το στρώμα ανήκουν και οι Έλληνες Βερατλήδες, Έλληνες  δηλαδή με ευρωπαϊκή υπηκοότητα ή «προστασία».

Στις του αιώνα μας το μεγάλο εμπόριο βρίσκεται συγκεντρωμένο στα χέρια των Εβραίων. Η πόλη έχει 54 μεγάλους εμπορικούς οίκους, από τους οποίους οι 38 ανήκουν σε ισραηλίτες, οι 8 σε ντονμέδες, και οι 8 σε έλληνες. Οι έλληνες ανταγωνίζονται κάπως τους εβραίους στην νεοσύστατη βιομηχανία. Το 1908 από τις 43 βιομηχανικές επιχειρήσεις οι 17 ανήκουν σε ευρωπαίους – έλληνες, οι 13 σε ισραηλίτες, οι 5 σε ντονμέδες, οι 4 σε τούρκους και οι 4 σε άλλους ( Μοσκώφ, 1998: 270).

Στο εμπόριο το εσωτερικό οι Έλληνες αρχίζουν να ενισχύουν την θέση τους : 12 είναι οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις και τις 5 κατέχουν Έλληνες. Άλλες 5 κατέχουν οι Εβραίοι και 2  οι μουσουλμάνοι.

Βλέπουμε ότι οι Εβραίοι κυριαρχούν στην οικονομική ζωή της Θεσσαλονίκη. Αυτό μπορεί όμως να οδηγήσει και σε λαθεμένες αντιλήψεις για το σύνολο του εβραϊκού πληθυσμού. Οι περισσότεροι εβραίοι της Θεσσαλονίκης ήταν φτωχοί, άνεργοι, εργάτες, αχθοφόροι και μικροπωλητές, ανήκαν δηλαδή στα αδικημένα στρώματα, όπως ακριβώς σε αυτά στρώματα του μόχθου ανήκε και η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού της πόλης. Η κατάσταση του εβραϊκού πληθυσμού βελτιώθηκε αρκετά μετά το 1873, όταν ιδρύθηκαν τα σχολεία της Alliance Israelite Universelle, μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης , που ανανέωσε την εκπαίδευση συνδυάζοντας την θρησκευτική παιδεία με την κοσμική, καθώς και με την εκμάθηση τέχνης στους φτωχούς εβραίους. Αποτελούσε φυτώριο ειδικευμένων εργατών για την βιομηχανία της πόλης. Για την κατάσταση των εβραίων πριν από την ίδρυση της Alliance ο Γ. Σταμπουλής λέει : « Το άλλο στοιχείο, το εβραϊκό, δεν ήταν παρά όχλος μόνο και δεν ήταν υπολογίσιμο, παρά το μεγάλο αριθμό του πληθυσμού του. Για πολλά χρόνια έμενε μακριά από κάθε κοινωνική και σχολική μόρφωση, και τους έφθανε, για την ικανοποίηση του θρησκευτικού μέρους, να στέλνουν τα παιδιά τους στις συναγωγές, για να μάθουν μερικές περικοπές από το Ταλμούδ.» (Σταμπουλής, 1984: 91). Δηλωτικό άλλωστε είναι το ότι το εργατικό κίνημα στην Θεσσαλονίκη στηρίχτηκε κατ’ αρχήν στα ισραηλιτικά φτωχά εργατικά στρώματα. Το εβραϊκό στοιχείο  ήταν ο οργανωτής των πρώτων σοσιαλιστικών οργανώσεων στην πόλη (με πρωτεργάτη τον Αβραάμ Μπεναρόγια), στην αρχή με την ίδρυση στα 1908 της «Ασοσιασιόν Ομπραδέρα ντε Σαλόνικα», στα 1909 (24 Ιουλίου) της «Φεντερασιόν» (Μοσκώφ, 1988: 334 - 359).

Στις αρχές του αιώνα μας οι εργάτες της πόλης ανέρχονται στις 25.000. Από αυτούς οι 12.000 απασχολούνται στη βιομηχανία. Περίπου 3.000 είναι εργάτες της γης, 2.000 εργάτες οικοδομών, και άλλες 2.000 στο λιμάνι. Περίπου 5.000 με 10.000 άτομα εργάζονται στην πόλη ως οικιακό προσωπικό. Υπερδιπλάσιοι απ’ όλους αυτούς ήταν εκείνοι που καθημερινά πάσχιζαν στους δρόμους της πολύβουης πόλης για το μεροκάματο είτε ως μικροπωλητές είτε ως «χαμάληδες» είτε ως ευκαιριακοί εργάτες σε βιοτεχνίες και κάθε άλλου είδους δουλειά. Σ’ όλες αυτές τις ομάδες ανήκουν χριστιανοί, ισραηλίτες και  μουσουλμάνοι συμπολίτες των κατώτερων στρωμάτων. Πριν προσεγγίσουμε  τις εκδηλώσεις της καθημερινότητας τους ας δούμε μερικά οικονομικά μεγέθη που καθόριζαν την ποιότητα ζωής κάθε κοινότητας.

Ο καλλιεργητής της γης εισπράττει κάτι λιγότερο από το μισό της παραγωγής του, αν είναι κολλήγος και δουλεύει σε μεγαλοτσιφλικάδες (κυρίως Τούρκους) του κάμπου. Αν είναι ελεύθερος καλλιεργητής, δικαιούται μόνο το 65%-70% της παραγωγής του. Το ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη είναι, στα 1820 40-50 παράδες. Ο εργάτης της γης, εισπράττει μόνο 16 - 20 παράδες ημερομίσθιο. Οι 50 παράδες εκείνης της εποχής αντιστοιχούν σε 1,25 χρυσά φράγκα και σε : 4,1 κιλά ψωμί , 4,1 κιλά γάλακτος, 1,5 κιλά κρέας και σε 0,1 ζευγάρια παπούτσια. Μόνο μετά την νεοτουρκική επανάσταση (10-23 Ιουλίου 1908) και τις απεργίες που ακολούθησαν, βελτιώθηκαν τα ημερομίσθια κατά 30-50 παράδες φτάνοντας την ισοτιμία των 2 χρυσών φράγκων και αντιστοιχώντας σε 4,1 κιλά ψωμί, 4,1 κιλά γάλακτος, 1 κιλό κρέας και 0,3 ζευγάρια παπούτσια (Μοσκώφ, 1988:  272).

Στα 1908 τα 2/3 του πληθυσμού της πόλης μόλις που μπορούν να προμηθευτούν την αναγκαία τροφή για την οικογένεια τους.

Μέσα σ’ αυτά τα οικονομικά  πλαίσια εκδηλωνόταν η καθημερινή κοινωνική ζωή των τριών θρησκευτικών κοινοτήτων της πόλης. Πέρα από τις οικονομικές σχέσεις, η κάθε εθνότητα  αποτελούσε μια ξεχωριστή μικροκοινωνία με ιδιαίτερους ρυθμιστικούς κανόνες και ιδιαίτερες λειτουργίες. Η καθημερινή όψη της πόλης διαρθρωνόταν από την εκδήλωση της πολιτιστικής ταυτότητας της κάθε κοινότητας με κυρίαρχες τις σχέσεις μεταξύ εβραϊκού και ελληνικού στοιχείου, κάτω από την διαχειριστική εποπτεία της μουσουλμανικής κοινότητας. Γενικά η κάθε κοινότητα είχε οργανωθεί σε χωριστούς τόπους, (βλέπε συνοικίες- χωροταξική οργάνωση κοινοτήτων), αλλά υπήρχαν και διάσπαρτες συνοικίες όλων των εθνοτήτων σε διάφορα σημεία της πόλης. Μέσα σε αυτό το μωσαϊκό οικισμών και εκδηλώσεων απλωνόταν το δίκτυο των στενών και λοξών δρόμων, όπου οι φυλές επιδίδονταν στον καθημερινό αγώνα επιβίωσης. Ορισμένα επαγγέλματα είχαν, με ένα είδος σιωπηρής συμφωνίας, παραχωρηθεί σχεδόν αποκλειστικά , από την μια φυλή στην άλλη. Έτσι τα επαγγέλματα του φούρναρη ή του χτίστη ασκούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τους χριστιανούς. Οι Αρβανίτες είχαν στην πλειοψηφία στους ενασχολούμενους με τα γιαουρτζίδικα και τα χαλβατζίδικα όπως λέγονταν τότε τα γαλακτοπωλεία. Στους τελευταίους ανήκαν και οι «περιοδεύοντες» πωλητές χαλβά, γιαουρτιού και σαλεπιού. Οι Αρβανίτες γύριζαν τον χειμώνα από τα χαράματα στις γειτονιές και μοίραζαν σαλέπι σε μεγάλα φλιτζάνια, με μπόλικη κανέλα. Το καλοκαίρι φορτώνονταν στον ώμο κάτι παράξενα στενόμακρα δοχεία φτιαγμένα από χαλκό ή μπρούντζο. Εκεί φύλαγαν λεμονάδα «μπουζ-γιμπή», δηλαδή στα τούρκικα «κρύα σαν πάγος», και τα άδειαζαν στα ποτήρια που τα είχαν περασμένα γύρω από την μέση τους, σε μια τενεκεδένια θήκη.

Οι Εβραίοι πάλι είχαν την αποκλειστικότητα σχεδόν στην εξάσκηση του επαγγέλματος του πραματευτή ή αλλιώς ψιλικατζή, του χαμάλη που κουβαλούσε στην πλάτη του μεγάλα βάρη, του παλιατζή, του βαρκάρη. Ο παλιός εκείνος τύπος του Εβραίου ψιλικατζή ήταν πολύ γραφικός . « Γέροι τις περισσότερες φορές, με αχτένιστες πατριαρχικές γενιάδες, φορούσαν ένα λερό φέσι στο κεφάλι κ’ ήσαν ντυμένοι με αντερί, μία μακριά  ποδόσυρτη ρόμπα από αλατζά ή παρδαλό τσίτι.» (Βαφόπουλος, 1985:  23).

«Και ποιος δεν ήξερε, αλήθεια, τον μπάρμπα Γιακό (Ιακώβ), τον Εβραίο ψιλικατζή και ποια νοικοκυρά δεν είχε αγοράσει, μια φορά τουλάχιστον κάτι απ’ αυτόν. Ψηλός, ξερακιανός, αέρινος, ένα τίποτα μες στην φαρδιά τριμμένη ρόμπα που κρεμόταν ως κάτω, λίγο καμπουριαστός, μ’ ένα βρώμικο φεσάκι  στο κεφάλι. Άσπρα γένια, άσπρα φουντωτά φρύδια κι ένα μάτι γερακίσιο, που κάρφωνε δεκάρα. Στο στήθος του κρεμασμένο με δερμάτινο λουρί το κασάκι με την πραμάτεια : καρούλια, μασουράκια ,κουβαρίστρες, βελόνες, καρφίτσες, παραμάνες, κόπιτσες, δαντέλα, φακαρόλα, δαχτυλήθρες, κορδέλες με τον πήχυ κι ακόμη λιβάνι, φυτιλάκια, μαστίχα Χίου κι άλλα κι άλλα. Κι όσο για το ταμείο, ήταν χαμένο στο βάθος κάποιας από τις φαρδιές τσέπες της ρόμπας του μπάρμπα Γιακό, που χρησίμευαν κι ως αποθήκες προϊόντων. Η ψηλή διαπεραστική φωνή του, μ’ ένα σπάσιμο στο τέλος που έμοιαζε με λυγμό, ακούγονταν από μακριά. Κι οι νοικοκυρές έβγαιναν στο κατώφλι να ψωνίσουν. Πάντα μετρούσε ξύκικα. Πως τα κατάφερνε μπροστά στα μάτια σου; Όλοι το ήξεραν και όλοι γκρίνιαζαν. Και εκείνος διαμαρτυρόταν καιν υπερασπιζόταν την εντιμότητά του με όρκους φοβερούς. Έτσι ήταν ο μπάρμπα Γιακό. Δεν μπορούσε να είναι διαφορετικός και δεν γινόταν χωρίς αυτόν. Κανείς δεν τον θυμόταν νέο. Έτσι γέρος είχε φανεί μια μέρα, κι έτσι γέρος με την ίδια γενειάδα, την ίδια ρόμπα, την ίδια φωνή, και την ίδια πραμάτεια χάθηκε μια μέρα, μετά από πολλά χρόνια, και κανείς δεν ξανάκουσε τίποτε γι’ αυτόν» (Τσακτσίρας, 1996:  146-147).

Γραφικό και χαρακτηριστικό εβραϊκό επάγγελμα ήταν κι εκείνο του παλιατζή. Δίπλα στο Καπάνι, στη σημερινή πλατεία Άθωνος, βρισκόταν η αγορά των παλιατζίδικων. Στο επάγγελμα του χαμάλη απασχολούνταν πάλι κυρίως Εβραίοι, μα και λίγοι Έλληνες. Η παρουσία τους, στους εμπορικούς κυρίως δρόμους της πόλης και στο λιμάνι ήταν έντονη. Φορούσαν πάνω στην πλάτη το «σαμάρι», το οποίο στερεωνόταν περνώντας τις λωρίδες του στους δυο ώμους. Αργότερα το σαμάρι έγινε χειροκίνητο καροτσάκι και έπειτα μοτοσικλέτα ή μικρό αυτοκίνητο.

Οι Εβραίοι επιδίδονταν ακόμη στα επαγγέλματα του οδοκαθαριστή, του πυροσβέστη και σε οποιαδήποτε άλλη δουλειά οδηγούσε η περίσταση και η ανάγκη. Παλαιότεροι Θεσσαλονικείς περιγράφουν την ασχολία των Εβραίων που, με δυο γκαζοτενεκέδες κρεμασμένους σε ένα κομμάτι ξύλου ακουμπισμένου στον ώμο τους, μάζευαν τα περιττώματα σκύλων, για να τα πουλήσουν στους βυρσοδέψες για την κατεργασία των δερμάτων. Ο Γ. Βαφόπουλος λέει : « Για τη ζωντανή αυτή φυλή, που είχε αναγάγει την εργασία σε περιωπή επίγειας θεότητας, όλα τα επαγγέλματα ήσαν το ίδιο παραδεκτά, το ίδιο αξιοπρεπή.» (Βαφόπουλος, 1985: 24).

Αντιθέτως το πλήθος των λούστρων, που με τα κασελάκια τους καταλάμβαναν τις θέσεις γύρω από καφενεία και πλατείες, προερχόταν από άτομα όλων των εθνοτήτων, στην πλειοψηφία τους παιδιά. Παιδιά αναλάμβαναν και τη διακίνηση των εφημερίδων, που μόλις τυπώνονταν τα φύλλα, έτρεχαν φωνάζοντας και ενημερώνοντας τον κόσμο για τα «συνταρακτικά» νέα της ημέρας. Άλλο επάγγελμα της εποχής, ασκούμενο κυρίως από τσιγγάνους  και αρβανίτες ήταν εκείνο του ακονιστή μαχαιριών και ψαλιδιών.

Την πολυσύνθετη εικόνα της καθημερινής ζωής συμπλήρωναν οι Τούρκοι αγάδες, που κρατώντας το κομπολόι στο χέρι, περιδιάβαιναν στους δρόμους ή κάθονταν σε σκαμνάκια ψηλά στις τουρκικές συνοικίες και οι μπαρμπέρηδες τους ξύριζαν ή τους έκοβαν τα μαλλιά τους. Αργότερα θα πήγαιναν στον τουρκικό καφενέ και θα απολάμβαναν τον καφέ τους σε μικρά φαρδιά φλιτζάνια , δίχως χερούλι, καπνίζοντας ταυτόχρονα και τον αργιλέ τους. Ο Γ Σταμπουλής αναφέρει ότι οι Τούρκοι πασάδες, οι μπέηδες και οι αγάδες δεν ασχολούνταν με καμιά εργασία, ούτε έρχονταν σε επαφή με τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης. Ζούσαν από την ιδιοκτησία γης την οποία ή νοίκιαζαν ή καλλιεργούσαν με δικούς τους κολλήγους. Όταν τα εισοδήματά τους δεν έφταναν, δανείζονταν από Εβραίους τοκογλύφους και υποθήκευαν τη γη τους, με αποτέλεσμα συχνά να τη χάνουν (Σταμπουλής, 1984:  91).

Οι γυναίκες της τουρκικής κοινότητας τριγύριζαν συνήθως με σκεπασμένο το πρόσωπό τους με φερετζέ και γενικά στη ζωή των Τούρκων μέσα και έξω από το σπίτι κυριαρχούσε ο ανατολικός τρόπος ζωής. Η μόνη διέξοδος για κοινωνική συναναστροφή ήσαν οι επισκέψεις στα λουτρά – χαμάμ.

Χαρακτηριστικοί ήταν και οι δερβίσηδες (μουσουλμάνοι μοναχοί) λειτουργοί των τουρκικών τεκέδων (μουσουλμανικά μοναστήρια), που ήταν χωρισμένοι στους χορευτές δερβίσηδες, στους μουσικούς και στους ψάλτες – αναγνώστες του κορανίου. Στον τεκέ υπεύθυνος αρχηγός ήταν ο «σεΐχης» του.

Ιδιαίτερη για την πόλη ήταν η ημέρα του Σαββάτου (13). Τότε μια παράξενη ησυχία απλωνόταν σε όλη την πολιτεία. Κάθε κίνηση στο εμπορικό κέντρο της πόλης σταματούσε κι όλα τα μαγαζιά των Εβραίων ήταν κλειστά. Υπακούοντας στις εντολές του Ταλμούδ, οι Εβραίοι το Σάββατο σταματούσαν κάθε δραστηριότητα βιοπορισμού, κάθονταν στα σπίτια τους και δεν απομακρύνονταν από αυτά παρά ελάχιστα. Ήταν ημέρα προσευχής και περισυλλογής. Ο Γ. Βαφόπουλος διηγείται : «Δεν άναβαν φωτιά, Δε μαγείρευαν, δεν έπιναν καφέ. Ούτε μασούσανε πασατέμπο, που τις άλλες έξη μέρες της εβδομάδας ήταν γι’ αυτούς, ό,τι ο καφές και το κομπολόι για τους αγάδες της τουρκικής συνοικίας.».

Ο Κ. Μοσκώφ μας πληροφορεί ότι σε αντίθεση με τις Ρωμιές και τις Τουρκάλες, οι ισραηλίτισσες γυναίκες είχαν περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους [Φ.Κ. 27 και 28]. Μαγείρευαν μια φορά μόνο την εβδομάδα εφτά διαφορετικά φαγητά και με αυτόν τον τρόπο «απασχολούν περισσότερο την ψυχή τους με την αγωνία της ζωής, πλησιάζουν περισσότερο, εντρυφούν και διαποτίζουν ολόκληρη την οικογενειακή ζωή με τα θεία.» (Μοσκώφ, 1988:  302). Η κοινωνική ζωή των Εβραίων είναι συμπαγής και κλειστή. Η πρώτη διάσπαση της κοινότητας τους και η διασπορά τους στις άλλες συνοικίες πρέπει να έγινε μετά τη φωτιά του 1620, με την καταστροφή του κάτω μέρους της πόλης.

Όλες τούτες οι ομάδες έρχονταν σε αναγκαστική επαφή στων τομέα των εμπορικών και επαγγελματικών τους συναλλαγών. Σε όλες τις υπόλοιπες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής παρέμειναν κάστες κλειστές, με ιδιότυπες λειτουργικές εκδηλώσεις, που αρκετές φορές έβλεπαν η μια την άλλη, αν όχι εχθρικά, τουλάχιστον με καχυποψία.

Οι Έλληνες, εκτός από τις εμπορικές – επαγγελματικές, δεν είχαν πολλές κοινωνικές σχέσεις με τους Εβραίους και με τους Τούρκους. Εκτός από το διαφορετικό θρησκευτικό υπόβαθρο, που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα εκείνη την εποχή, ένα σώμα προκαταλήψεων όρθωνε τείχη δυσπιστίας  και σχετικής αντιπάθειας ανάμεσα στις κοινότητες. Αυτή η μορφή κοινωνικού ανταγωνισμού εκδηλωνόταν πιο έντονα κυρίως μεταξύ των ελληνικών και εβραϊκών λαϊκών στρωμάτων κι όχι τόσο μεταξύ των δυο πρώτων και των μουσουλμάνων. Ίσως γιατί και στα κατώτερα αλλά και στα προνομιούχα στρώματα η οικονομική σύγκρουση γινόταν μεταξύ Εβραίων και Ελλήνων κι αυτό είχε αντανάκλαση στην κοινωνική συνείδηση των πληθυσμών. Η ιστορικά καλύτερη θέση των Εβραίων σε σχέση με τις φορολογικές ελαφρύνσεις που οι Τούρκοι πρόσφεραν ήταν ένα ακόμη σημείο τριβής μεταξύ ελληνικής και εβραϊκής κοινότητας. Μα και οι Εβραίοι καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια δεν έκαναν, για να πλησιάσουν το ελληνικό στοιχείο. Παρόλο που και τους δυο τους ένωνε η τύχη του ραγιά, παρ’ όλο που και στις δυο κοινότητες συνέφερε η συρρίκνωση της οθωμανικής κυριαρχίας, οι Εβραίοι ψυχικά αποστασιοποιούνταν από τη μοίρα του ελληνικού στοιχείου. Ο ανταγωνισμός της αγοράς επικρατούσε και στις κοινωνικές εκδηλώσεις της καθημερινότητας. Στις διαφορές Ελλήνων και Τούρκων οι Εβραίοι κατά κανόνα έπαιρναν το μέρος των ισχυρών, δηλαδή των Τούρκων. Στην εποχή του Μακεδονικού Αγώνα οι Εβραίοι ψυχικά υποστήριζαν τους Βουλγάρους. Μετά την συμφορά του 1897, οι Εβραίοι σκαρφίζονταν πολλούς τρόπους, για να ειρωνευτούν την ατυχία του ελληνικού στρατού (Βαφόπουλος, 1985: 26).

Η γλώσσα η ελληνική ήταν άγνωστη στους πολλούς Εβραίους και μονάχα λίγοι μιλούσαν ένα είδος παραφθαρμένης ελληνικής, κι αυτό γιατί τους πίεζε η ανάγκη της εμπορικής συνδιαλλαγής. Μεταξύ τους χρησιμοποιούσαν μια ιδιότυπη ισπανική διάλεκτο, αναμειγμένη με λέξεις άλλων γλωσσών, το γνωστό ισπανοεβραϊκό ιδίωμα (λατίνο). Σε ελληνικά σχολεία  κατά κανόνα δεν πήγαιναν. Όσοι μπορούσαν να προσφέρουν παιδεία στα παιδιά τους προτιμούσαν κυρίως τη γαλλική παιδεία. Ακόμη και μετά το 1912 πέρασαν αρκετά χρόνια, ώσπου Εβραίοι μαθητές να φοιτήσουν σε ελληνικά σχολεία (Βαφόπουλος, 1985). Ο Σταμπουλής αντίθετα αναφέρει ότι : «Δεν είναι καθόλου αληθινό ότι τα δυο στοιχεία, ελληνικό και εβραϊκό, είχαν συνεχείς προστριβές κατά τους αιώνες της συμβίωσής τους. Αντίθετα, οι δυο αυτές κοινότητες έζησαν κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας αρμονικά και ειρηνικά και διατήρησαν τις αγαθές και ειλικρινείς σχέσεις.» (Σταμπουλής, 1984: 157).

Πιστεύουμε ότι η αλήθεια βρίσκεται στον ενδιάμεσο χώρο των γενικεύσεων που διατυπώνονται για τις σχέσεις των κοινοτήτων. Όπως είπαμε την εποχή εκείνη το θρησκευτικό συναίσθημα ήταν ιδιαίτερα έντονο και οι θρησκευτικές λειτουργίες  είχαν ιδιαίτερη σημασία. Καθόριζαν μεγάλο μέρος της καθημερινότητας λειτουργικά και χρονικά. Όταν το μέλος κάθε κοινότητας ενεργούσε κατά περίπτωση εντός των τελετουργικών πλαισίων της θρησκείας του, δεν μπορούσε να έχει επαφές με αλλόθρησκους. Το συγκεκριμένο τελετουργικό π.χ. μιας εβραϊκής κηδείας δεν επέτρεπε σε χριστιανό ή  μουσουλμάνο να την παρακολουθήσει. Και γνωρίζουμε ότι μεγάλο μέρος της καθημερινότητας εκτελούνταν με θρησκευτικό – τελετουργικό τρόπο, αποκλείοντας τη συμμετοχή αλλόθρησκων σε αυτό το επίπεδο. Στις ελεύθερες εκδηλώσεις της καθημερινότητας τα μέλη των κοινοτήτων δεν είχαν προβλήματα συνάντησης και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει φιλικές σχέσεις μεταξύ τους.

Για τους Έλληνες και ιδίως για τα λαϊκά στρώματα, η επιφυλακτικότητα και η καχυποψία απέναντι στους Εβραίους εδραιώνεται και σε θρησκευτική βάση, που ανατροφοδοτείται συνεχώς από τα λατρευτικά έθιμα. Προσάπτοντάς τους την κατηγορία της θεοκτονίας απέδωσαν στο πρόσωπο όλων των Εβραίων πληθώρα αρνητικών χαρακτηριστικών και τους θεωρούσαν τους κύριους υπεύθυνους για τις κακουχίες σε περιόδους κρίσης. Όπως όλος ο χριστιανικός κόσμος, έτσι και οι Έλληνες υιοθετούν τον αντιιουδαϊσμό ή αντιεβραϊσμό που γεννήθηκε το Μεσαίωνα και είχε τη ρίζα του σε θρησκευτικά αίτια. Δημιουργούν οι Έλληνες στις διάφορες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής διάφορα αρνητικά στερεότυπα, για να περιγράψουν τους Εβραίους. Χαρακτηριστική είναι η φιγούρα του Εβραίου στον καραγκιόζη (ο Σολομών,  Μωυσής ή Χαχαμήκος). Κουβαλά επάνω του όλα τα αρνητικά που αποδίδονται στη φυλή του. Είναι τσιγκούνης, δαιμόνιος, δολοπλόκος, ξεγελά ακόμη και τον Καραγκιόζη. Για τα λαϊκά στρώματα όλοι οι Εβραίοι είναι απόγονοι του Ιούδα, συνεπώς φέρουν επάνω τους το στίγμα της ευθύνης για τη σταύρωση του Χριστού. Με την άποψη αυτή συνδέεται και το πασχαλινό έθιμο  «κάψιμο του Ιούδα».

Μια άλλη κατηγορία ευρέως διαδεδομένη που στρέφεται ενάντια στους Εβραίους ήταν η «συκοφαντία αίματος», κατά την οποία οι Εβραίοι θυσίαζαν μικρά παιδιά χριστιανών προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το αίμα τους για τα άζυμα του Πάσχα.

Όλες αυτές οι προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες εμποδίζουν τις δυο φυλές να προσεγγίσουν στο επίπεδο της καθημερινής κοινωνικής συμβίωσης. Ωστόσο πρέπει να τονιστεί ότι ο αντιεβραϊσμός των Ελλήνων δεν πήρε ποτέ τις διαστάσεις του αντισημιτισμού (14), εκτός από τα γεγονότα της συνοικίας Κάμπελ το 1931, έτσι όπως αναπτύχθηκε στις αρχές του 19ου αι. και απέδιδε επιστημονική» υπόσταση στη θεωρία της Αρείας φυλής απέναντι στους Εβραίους, αποδίδοντας στους τελευταίους εγγενή φυλετικά ελαττώματα.

Τα αίτια της εχθρικής στάσης των Ελλήνων απέναντι στους Εβραίους μπορεί να αναζητηθούν στον οικονομικά ανταγωνισμό και στον θρησκευτικό φανατισμό ή ακόμη και σε ζητήματα πολιτικού χαρακτήρα, όχι όμως σε επίπεδο φυλετικής διαφοροποίησης. Ο αντισημιτισμός δε ρίζωσε στους Έλληνες. Μετά μάλιστα το 1912 οι σχέσεις Ελλήνων και Εβραίων άρχισαν σταδιακά να βελτιώνονται και οι τελευταίοι αρχίζουν δραστικά να συμμετέχουν στις κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές. Αντιπροσωπεύουν ακόμη το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού της πόλης και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την οικονομική κίνηση. Χαρακτηριστικό είναι ότι το λιμάνι έκλεινε το Σάββατο μέχρι και το 1923. Μετά την απελευθέρωση ο βασιλιάς Γεώργιος Α' αναγνώρισε τους Εβραίους ως ισότιμους Έλληνες πολίτες και γενικά ακολούθησε φιλοεβραϊκή πολιτική.

Το 1915, η άφιξη στη Θεσσαλονίκη των συμμαχικών δυνάμεων ανανέωσε την εμπορική κίνηση της πόλης. Η καθημερινή εικόνα της εμπλουτίστηκε με καινούριες γραφικότητες. Γάλλοι στρατιώτες με γαλάζιες στολές, που τραγουδούσαν στους δρόμους το δημοφιλές εκείνη την εποχή τραγούδι, το «Madelon». Εντύπωση έκαναν στους Θεσσαλονικείς και οι Μαροκινοί  Ζουάβοι, καθώς και οι Ανναμίτες με τα λοξά μάτια και τα βαμμένα σκούρα δόντια από το μάσημα κάποιου φυτού της πατρίδας τους. (Βαφόπουλος, 1985). Όλοι αυτοί υπηρετούσαν στο γαλλικό στρατό. Ακόμη μαζί τους ήταν μαύροι Σενεγαλέζοι, του γαλλικού αποικιακού στρατού της Αφρικής. Οι τελευταίοι ήταν ο φόβος και ο τρόμος των μανάδων και των μικρών παιδιών, καθώς τους συνόδευε η φήμη ότι έκλεβαν μικρά παιδιά και τα έτρωγαν κρυφά στους καταυλισμούς τους. Οι Εβραίοι, λόγω της κοινής γλώσσας, έγιναν γρήγορα οργανικό στοιχείο των γαλλικών στρατευμάτων και μισθώνονταν από τις γαλλικές στρατιωτικές υπηρεσίες.

Οι Άγγλοι ήταν το άλλο μεγάλο κομμάτι του συμμαχικού αποσπάσματος στην πόλη. Οι Έλληνες περιέβαλαν τα «ξανθιά παιδιά με ρόδινα μάγουλα πάντοτε ξυρισμένα» με αρκετή συμπάθεια, καθώς « σύμφωνα με μια παλιά παράδοση, ήταν αληθινή γενιά από λόρδους … έπρεπε, σύμφωνα με την ίδια παράδοση να ’ναι όλοι γιοι εκατομμυριούχων λόρδων» (Βαφόπουλος, 1985:  28).

Από τη μεριά των Εγγλέζων διαδεδομένο πολύ ήταν το τραγούδι «Tipperary», που μαζί με το «Madelon» των Γάλλων είχαν μετατραπεί στο σήμα κατατεθέν του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Μαζί με τους Εγγλέζους στρατιώτες υπηρετούσαν κι άποικοι από την Αφρική και την Ασία. Ινδοί και Σκωτσέζοι είχαν προκαλέσει την απορία και το ενδιαφέρον των κατοίκων της πόλης, λόγω του τουρμπάν που φορούσαν στο κεφάλι οι πρώτοι και της κοντής πλισεδωτής φούστας οι δεύτεροι.

Υπολογίζεται ότι το χειμώνα του 1915 – 16 250.000 Αγγλογάλλοι είχαν κατακλύσει τη Θεσσαλονίκη, χώρια τα ρωσικά, σερβικά και ιταλικά στρατεύματα. Η νέα κατάσταση άλλαξε ριζικά τη ζωή της πόλης. Η εμπορικά κίνηση υπερδιπλασιάζεται. Νέα θέατρα, καφέ και καμπαρέ ξεφυτρώνουν παντού. Στους δρόμους της πόλης κυκλοφορούν κυριολεκτικά «όλες οι φυλές του κόσμου». Συχνό ήταν το θέαμα κάποιας συμμαχικής μπάντας, που παρελαύνοντας στους δρόμους ή δίνοντας συναυλίες στην πλατεία Ελευθερίας (το κεντρικότερο και κοσμικότερο σημείο της πόλης), συγκέντρωνε πλήθος κόσμου που παρακολουθούσε.

Για να μπορούν όλοι αυτοί οι άνθρωποι να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους για αλληλογραφία, τυπώθηκαν στη Θεσσαλονίκη και κυκλοφόρησαν πλήθος καρτ – ποστάλ με φωτογραφίες από τη ζωή της πόλης. Απ’ αυτές τις φωτογραφίες σώζονται σήμερα πάρα πολλές και μας παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τη μορφή και τη ζωή της πόλης εκείνη την εποχή.

Η δημογραφική σύνθεση της πόλης αλλάζει πάλι με την εγκατάσταση στην πόλη 100.000 προσφύγων εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής. Αυτό ανατρέπει και τις πολιτικές προτεραιότητες. Οι Εβραίοι παραγκωνίζονται, ενώ ένας νόμος του 1924 καταργεί την αργία του Σαββάτου και επιβάλλει την αργία της Κυριακής. Επιβαρύνεται ακόμη η ισραηλιτική κοινότητα με πρόσθετους φόρους, καθώς οι νέοι πρόσφυγες απαλλάσσονται από τη φορολογία. Πολλοί σημαντικοί Εβραίοι εγκατέλειψαν τότε την πόλη και η κοινότητά τους έμεινε χωρίς καθοδήγηση. Ακόμη το 1927 πολλές βιομηχανίες κλείνουν, ρίχνοντας στην ανεργία εκατοντάδες ανθρώπους, κυρίως Εβραίους. Ο ελληνικός τύπος της εποχής φροντίζει να αντιπαραθέτει συστηματικά τους Έλληνες πρόσφυγες με τους «αλλογενείς». Το 1931 τα μέλη της Ε.Ε.Ε. (Εθνική Ένωση Ελλάδος), φασιστικής οργάνωσης, καίνε την εβραϊκή συνοικία Κάμπελ, στα ανατολικά της πόλης. Τότε 10.000 Εβραίοι εγκαταλείπουν την πόλη για την Παλαιστίνη. Αλλά, ακόμη και την περίοδο 1936 – 41 στην πόλη παραμένουν 52.000 Εβραίοι.

Σήμερα στη Θεσσαλονίκη ζουν 1.200 – 1.400 Εβραίοι, μια μικρή αλλά ζωντανή και καλά οργανωμένη κοινότητα.

7. ΜΟΥΣΙΚH:
MΟΥΣΙΚΑ ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ ΣΤΗ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  ΣΤΑ ΤΕΛΗ  ΤΟΥ  ΙΘ'  ΚΑΙ  ΣΤΙΣ  ΑΡΧΕΣ  ΤΟΥ  Κ'  ΑΙΩΝΑ

Ο Αθανάσιος Νικολαΐδης – Σουλιώτης μας δίνει μια εικόνα της πόλης στις αρχές του αιώνα : «… ένα ανακάτωμα του νεώτερου πολιτισμού της καθ’ ημάς Ανατολής που παρήκμαζε (…). Πόσο τα δυο αυτά είδη πολιτισμού της ήταν δυσκολοσυμβίβαστα και μαζί την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόταν οι Θεσσαλονικείς, όπως άλλωστε όλοι οι Ανατολίτες, εξαιτίας του ασυγχώνευτου ανακατώματός τους, δείχνει και η μουσική, ίσως μάλιστα βαθύτερα από κάθε τι άλλο. Από τις ελληνικές εκκλησίες, τις χάβρες, τα τζαμιά με τους ψηλούς μιναρέδες ανάβλυζε πάντα η μουσική των ενδοξοτέρων χρόνων της καθ’ ημάς Ανατολής, η μουσική με την οποίαν όλος σχεδόν ο λαός της Θεσσαλονίκης τραγουδούσε κάθε του αίσθημα. Από τα σχολεία όμως και τους δασκάλους, όχι μόνο τους ξένους αλλά και τους δικούς μας, διδάσκονταν και από τα θέατρα και τους διάφορους αρτίστες που λυμαίνονταν την Ανατολή, διαδίδονταν η νεώτερη ιταλική, γερμανική (…). Και ολοένα περισσότεροι Θεσσαλονικείς δεν ήξεραν «που την κεφαλήν κλίναι» γιατί η ανατολική μουσική δεν έλεγε πια τα περισσότερα αισθήματά τους και η φραγκική δεν έλεγε σωστά κανένα…» (Μοσκώφ, 1975:  106 – 107).

Από τις Μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και μετά, με την διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και της ευρωπαϊκής κουλτούρας η μουσική των αστικών κυρίως κέντρων δέχεται ευρωπαϊκές επιδράσεις. Έτσι προστίθεται στο ήδη πλούσιο ρεπερτόριο, που υπήρχε μέχρι τότε, βαλς με ανατολίτικες κλίμακες, αλλά και ευρωπαϊκές μελωδίες με ανατολίτικα όργανα (Τζάννης – Γκίννερουπ, 1996: 30). Στις αρχές του 20ου αι. η αστική τάξη όλων των κοινοτήτων, που από εικοσαετία έχει στραφεί προς τη δύση και ιδιαίτερα προς τη γαλλική κουλτούρα, συγκινείται και διασκεδάζει με ευρωπαϊκή μουσική, ενώ τα λαϊκά στρώματα εκφράζονται με ανατολίτικη και παραδοσιακή μουσική, μάσα από τον ήχο του ζουρνά, του ουτιού, του βιολιού.

Η οθωμανική μουσική της εποχής αυτής μπορεί να ταξινομηθεί σε δυο βασικές κατηγορίες τη θρησκευτική και την έντεχνη και μη παραδοσιακή. Η θρησκευτική μουσική υπηρετούνταν από το επίσημο ορθόδοξο δόγμα (Sunni) καθώς και από τα διάφορα τάγματα δερβίσηδων, και αποτελούσε στοιχείο της θρησκευτικής τελετουργίας.

Η ισραηλιτική κοινότητα ακολούθησε την πορεία της Θεσσαλονίκης στα μουσικά ακούσματά της. Η αστική της τάξη γοητευόταν με την a la franga μουσική, με πιάνα και μαντολίνα. Η λαϊκή τάξη κουβαλούσε την παράδοση του σεφαραδίτικου τραγουδιού (Romansas) και τραγουδούσε και τραγούδια που γέννησε η για πάνω από 500 χρόνια συμβίωση με τις βαλκανικές κουλτούρες (Kantigas). Τα τελευταία άλλοτε ακολουθούν ευρωπαϊκά πρότυπα, άλλοτε λαϊκούς βαλκανικούς ρυθμούς και άλλοτε πιο λόγιες και περίπλοκες δομές της ανατολικής μουσικής παράδοσης των makam.

Η ελληνική κοινότητα παρουσιάζει τον ίδιο διχασμό. Η αστική της τάξη επηρεάζεται από την ευρωπαϊκή μουσική και τα ακούσματα αυτά κυριαρχούν στο μεγαλύτερο τμήμα της κοινότητας. Οι κανταδόροι, τα χοροδιδασκαλεία, οι χορωδίες, οι μαντολινάτες, τα πιάνα και οι κιθάρες κυριαρχούν (Σταμπουλής, 1984). Η παραδοσιακή μουσική επιζεί μόνο στα λαϊκά στρώματα για να εκφράζει τα αισθήματά τους.

Στο υλικό που συλλέξαμε και αφορά τα μουσικά ακούσματα της εποχής, περιλαμβάνονται δυο συλλογές σεφαραδίτικων τραγουδιών : Ι) Ισπανοεβραϊκά τραγούδια της Θεσσαλονίκης με τον Δαυίδ Σαλτιέλ, ΙΙ) Άνοιξη στη Θεσσαλονίκη. Σεφαραδίτικα λαϊκά τραγούδια με τη Σαβίνα Γιαννάτου και ΙΙΙ) Συλλογή οθωμανικών τραγουδιών έντεχνων και θρησκευτικών καθώς και πληροφοριακό υλικό για τα τραγούδια αυτά.

8. ΤΟ ΓΑΛΕΡΙΑΝΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ – ΡΟΤΟΝΤΑ

Το γαλεριανό συγκρότημα ήταν μεγάλο κτιριακό συγκρότημα, που απλωνόταν γύρω απ’ τις σημερινές πλατείες Ναβαρίνου και Ιπποδρομίου. Το όλο συγκρότημα περιελάμβανε : τα ανάκτορα, ένα οκταγωνικό κτίσμα, τον Ιππόδρομο και την «Καμάρα».

Το συγκρότημα δημιουργήθηκε στα χρόνια της πρώτης ρωμαϊκής τετραρχίας, γύρω στα 300 μ.Χ., όταν η Θεσσαλονίκη γίνεται έδρα του Καίσαρα Γαλερίου, ενός από τους τετράρχες. Το γαλεριανό συγκρότημα καταλαμβάνει το κενό ανατολικό τμήμα της πόλης, τον Κάμπο, που είχε εγκλεισθεί στην οχύρωση του 253μ.Χ.
 
 

Ο Ιππόδρομος

 Καταλαμβάνει όλο το Ν.Α. τμήμα του συγκροτήματος και όλη τη σημερινή πλατεία Ιπποδρομίου. Μπορεί κανείς να εντοπίσει ερείπιά του στις οικοδομές της πλατείας Ιπποδρομίου, της οδού Φιλικής Εταιρείας και της οδού Αλεξάνδρου Σβώλου. Το ανατολικό σκέλος του Ιπποδρόμου αντικατέστησε το τείχος του 3ου μ.Χ. αι., λόγω του ύψους του. Κατασκευάστηκε από μαρμάρινους πλίνθους και από δομικό υλικό σε δεύτερη χρήση.

Το Ανάκτορο

 Έχει ανασκαφεί μια τετράγωνη αυλή, η οποία περιβάλλεται από δωμάτια και διαδρόμους  και οκταγωνική αίθουσα με πρόπυλο προς το νότο, αποθήκες, μια μεγάλη βασιλική αίθουσα με κόγχη, νυμφαία και βοηθητικούς χώρους. Το συγκρότημα έφτανε μέχρι τη σημερινή Εγνατία και πρέπει να επικοινωνούσε απευθείας με τη θάλασσα, ίσως είχε και ιδιαίτερο λιμάνι. Ο Φ. Πέτσας υποστηρίζει ότι καταστράφηκε από σεισμό του 8ου αι. Πάνω στα ερείπια του οκταγώνου κτιρίου του συγκροτήματος κτίστηκε μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους το Akce Meskid (λευκό τέμενος), που ονομάτισε και όλη την τουρκική συνοικία του Ιπποδρομίου. Λέγεται πως ιδρυτής του ήταν ο ίδιος ο Μουράτ Β', ο πορθητής της πόλης. Το κτίσμα ήταν μεγαλύτερο σε διαστάσεις κι από την ίδια τη Ροτόντα. Απόδειξη της χρήσης του κτίσματος από τους Τούρκους είναι οι δυο μικροί τούρκικοι τρούλοι, που υπάρχουν έξω από την Β.Δ. πλευρά του οκταγώνου (Δημητριάδης, 1983: 35). Ενδείξεις υπάρχουν και για τη χρήση του κτίσματος από τους χριστιανούς πριν από την άλωση. Αυτές είναι τόσο ο σταυρός στην τοιχοδομία της βόρειας κόγχης, όσο και η διάταξη του μαρμάρινου δαπέδου του κτίσματος μπροστά στην ανατολική κόγχη, που δηλώνει τη θέση της Αγίας Τράπεζας. Εικάζεται μάλιστα ότι μπορεί να ήταν και η μητρόπολη της Θεσσαλονίκης. Το κτίριο καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, είτε από σεισμό (όπως αναφέρθηκε παραπάνω) είτε από πυρκαγιά. Επάνω στα ερείπια του χτίστηκε μικρότερο τζαμί με την ίδια ονομασία.

Η «Καμάρα»


Η "Καμάρα" του 18ου αιώνα (σχέδιο)
Η "Καμάρα" στα τέλη του 19ου αιώνα

 Ονομάζεται και θριαμβικό τόξο του Γαλερίου. Σήμερα έχει ελλιπή μορφή επειδή λείπει ο τέταρτος νότιος πεσσός του δυτικού τόξου και όλο το ανάλογο ανατολικό τόξο. Η διακόσμηση της έχει ιστορικό περιεχόμενο. Εικονίζονται επεισόδια από τους πολέμους του Γαλερίου εναντίον των Περσών (297 μ.Χ.) και σκηνές ειρήνης από την εποχή της Τετραρχίας.

Το τόξο αρχικά αποτελούνταν από 8 πεσσούς, σε 2 παράλληλες σειρές. Η κάθε σειρά σχημάτιζε τρία τοξωτά ανοίγματα, με το μεσαίο ψηλότερο. Στο κέντρο τής κατασκευής υψωνόταν ημισφαιρικός  θόλος, που πατούσε πάνω στα τόξα που ένωναν τους 4 κεντρικούς πεσσούς. Τα δυο ακραία τμήματα στεγάζονταν με ημικυλινδρικές καμάρες]. Σήμερα σώζονται μόνο οι 3 δυτικοί πεσσοί, με το χαμηλότερο βόρειο τόξο και το υψηλότερο στο κέντρο. Από αυτό το τελευταίο οι Θεσσαλονικείς ονόμασαν το μνημείο «Καμάρα». Κάτω από το γαλεριανό τόξο συναντιόνταν 2 κάθετοι δρόμοι με κιονοστοιχίες. Ο ένας είναι η σημερινή οδός Εγνατία ( η Via Regia των Ρωμαίων ή η Λεωφόρος των Βυζαντινών). Ο άλλος ήταν μια πομπική οδός με κατεύθυνση από Β.Α. προς Ν.Δ., που ταυτιζόταν με τον άξονα Τόξο – Ροτόντα και κατέληγε στη νότια πλευρά του περιβόλου της Ροτόντας]. Το συγκρότημα ανέσκαψε ο E. Dyggre και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μνημεία του συγκροτήματος είχαν οργανική σχέση μεταξύ τους. Ιδιαίτερα η Ροτόντα λόγω θέσης και μεγαλοπρέπειας μοιάζει να αποτελεί την κατάληξη του συγκροτήματος (15).

Η Ροτόντα

Η Ροτόντα τον περασμένο αιώνα

                                                ...και σήμερα

ΙΣΤΟΡΙΑ : Βρίσκεται στο βορειότερο τμήμα του συγκροτήματος. Κτίστηκε την πρώτη δεκαετία του 4ου μ.Χ. αι. από το Γαλέριο και μια άποψη περιορίζει τη χρήση της ως μαυσωλείο για τον ίδιο. Ο Γαλέριος όμως πέθανε και θάφτηκε μακριά από τη Θεσσαλονίκη και έτσι σίγουρο είναι ότι το κτίσμα δεν εξυπηρέτησε αυτό τον σκοπό. Ως προς τη μορφή και τη λειτουργία του το κτίριο παρουσιάζει αναλογίες με το Πάνθεον της Ρώμης  και έτσι ενισχύεται η δεύτερη άποψη, που είναι και η επικρατέστερη, ότι δηλαδή η Ροτόντα ήταν κτίριο λατρευτικό και ειδικότερα ναός αφιερωμένος στους Καβείρους (16) ή το Δία, τον προστάτη των συναρχόντων Διοκλητιανού και Γαλερίου. Πιθανώς σε αυτήν τελούνταν οι επίσημες γιορτές των ανακτόρων. Ο δρόμος με τις αντικριστές στοές, που ένωνε το Τόξο με τη Ροτόντα, πιθανώς να χρησίμευε για τη μετάβαση του αυτοκράτορα και της ακολουθίας του σ’ αυτήν.

Στη συνέχεια το μνημείο μετατρέπεται σε χριστιανική εκκλησία και λειτουργεί ως Μαρτύριο, δηλαδή ως τόπος λατρείας λειψάνων μαρτύρων. Σε αυτό οδηγούν δύο στοιχεία. Η ημικυκλική μορφή του κτίσματος και οι παραστάσεις των μαρτύρων στα μωσαϊκά του τρούλου. Πότε έγινε η μετατροπή δε ξέρουμε, αλλά οι περισσότεροι μελετητές την τοποθετούν στα χρόνια του Θεοδοσίου, δηλαδή στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ. Κατόπιν, από τον 10ο ως τον 12ο αιώνα και από το 1525 έως το 1591 ο ναός λειτουργεί ως μητρόπολη της Θεσσαλονίκης. Το έτος 1591 με διαταγή του σεΐχη Hortaci Suleiman Efendi καταλαμβάνουν το κτίριο και το μετατρέπουν σε τζαμί (17). Αυτό μας πληροφορεί η επιγραφή στο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου [Φ.Ρ. 12]: «Για την κατάληψη αυτού (του τζαμιού) μόχθησε και κόπιασε ο ?eyh Hortaci. Αυτός ο αρχαίος ναός πραγματικά έγινε τόπος λατρείας του ισλαμικού λαού. Στο δρόμο του θεού με τη βοήθεια του Οδηγού στο Ίσιο Δρόμο (του θεού) νεοφώτιστος όντας (ο Seyh Hortaci). Με το σπαθί του έγινε Ιμάμης αρχηγός.Έτος 999».
Με την απελευθέρωση, το 1912, το κτίριο λειτουργεί πάλι ως χριστιανικός ναός ως το 1920. Τα έτη 1952 και 1953 γίνεται για πρώτη φορά από την Αρχαιολογική Υπηρεσία καθαρισμός και συντήρηση των ψηφιδωτών και του τρούλου. Το 1979 γίνεται από την Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων περιορισμένη ανασκαφή στο χώρο του νότιου πρόπυλου του ναού.

Το 1978 οι σεισμοί επιδεινώνουν τα στατικά προβλήματα του κτιρίου, ενώ προκαλούνται ζημιές και στα ψηφιδωτά. Καταρρέει μέρος του εξώστη και του μιναρέ. Με την επίβλεψη των καθηγητών Ν. Μουτσόπουλου και Γ. Πενέλη  γίνονται υποστυλώσεις στη νότια πλευρά του μνημείου και αποτειχίζονται προσωρινά τα ψηφιδωτά των εσωρραχιαίων της δυτικής, νότιας και ανατολικής καμάρας, τα οποία συντηρούνται και επανατοποθετούνται.

ΤΟ ΟΝΟΜΑ:
Για την αρχική ονομασία του χριστιανικού ναού υπάρχουν πολλές διαφωνίες. Αρχικά υποστηρίχθηκε (A. Ammann – E. Kleinbauer) ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στο Χριστό με το όνομα: «Δύναμις Θεού». Ο Θεοχαρίδης διατύπωσε την άποψη ότι ο ναός ήταν αφιερωμένος στη μνήμη των «Ασωμάτων ή Αρχαγγέλων», γι’ αυτό κι ολόκληρη η συνοικία ονομάσθηκε «γειτονιά των ασωμάτων» και η αντίστοιχη πύλη του ανατολικού τείχους «πύλη των ασωμάτων». Ο Δημητριάδης εκφράζει τις αντιρρήσεις του γι’ αυτή την εκδοχή. Ξεκινά κατ’ αρχήν από την τοποθέτηση της συνοικίας των Ασωμάτων ψηλότερα από τη θέση του μνημείου, στην βορειοανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα γύρω και πάνω από την οδό του Αγίου Δημητρίου. Η συνοικία  απλωνόταν από τα ανατολικά τείχη ως το ναό του Προφήτη Ηλία, Την άποψή του στηρίζει σε αντίγραφα αποσπασμάτων του ειδικού βιβλίου βακουφικών κτημάτων, που υπήρχε στο Defter-I Hakani, στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτά τα έγγραφα αναφέρεται ότι η Μονή Βλατάδων βρισκόταν στη συνοικία Ασωμάτων. Ακόμη στο μπεράτι του 1488 αναγράφεται ότι  η εκκλησία του «Λαγουδιάτη», «της Συνοικίας των Ασωμάτων» (σήμερα εκκλησία της Παναγίας της Λαοδηγήτριας ή Λαγουδιανής). Αυτοί οι τοπογραφικοί προσδιορισμοί τοποθετούν τη συνοικία σαφώς βορειότερα από την εκτίμηση του Θεοδωρίδη. Προτείνει λοιπόν ο Δημητριάδης την παλαιότερη άποψη του Χατζή – Ιωάννου που ταυτίζει το ναό των Ταξιαρχών με το ναό των Ασωμάτων (Δημητριάδης, 1983: 38).

Το σημερινό όνομα «Άγιος Γεώργιος» το χρωστά ο ναός, κατά τα νεώτερα χρόνια, στο μικρό εκκλησάκι, που βρίσκεται απέναντι από τη δυτική είσοδο του περιβόλου του. Σε αυτό το εκκλησάκι μεταφέρθηκαν οι εικόνες και τα ιερά σκεύη, όταν ο ναός έγινε τζαμί το 1591. Εξαιτίας της αλλαγής χρήσης ξεχάστηκε το παλιό όνομα του μεγάλου ναού και επικράτησε το όνομα του ναΐσκου.

Μετά το 1591 ο ναός λεγόταν Horta? Efendi Camici και Mitropoliye ή και Παλιά Μητρόπολις, καθώς είχε χρησιμοποιηθεί ως μητρόπολη της Θεσσαλονίκης. Το όνομα «Ροτόντα» το συναντούμε για πρώτη φορά σε κείμενα περιηγητών του 18ου και 19ου αι., χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του μνημείου.

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ:
Η Ροτόντα ανήκει στα περίκεντρα οικοδομήματα, σε αυτά δηλαδή που είναι κτισμένα γύρω από ένα νοητό κέντρο και καλύπτονται από θόλο ή ξύλινη κωνική στέγη. Το σχήμα τους μπορεί να είναι κυκλικό ή πολυγωνικό και χρησιμοποιήθηκαν ως Μαυσωλεία, ως Μαρτύρια (πάνω από τάφους μαρτύρων)  ή ακόμη κι ως βαπτιστήρια ή ναοί. Συναντάται ο οικοδομικός τύπος των περίκεντρων οικοδομημάτων και στη Δύση και στην Ανατολή.

Η αρχική δομή της Ροτόντας ήταν πού απλή. Ένα κυλινδρικό σχήμα με ημισφαιρικό θόλο. Οι τοίχοι, κατά τις προδιαγραφές της εποχής, αποτελούνταν από επάλληλες σειρές πλίνθων, που εναλλάσσονται με πλατιές ζώνες αργών λίθων (18). Στο θόλο και στα τοξωτά ανοίγματα χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά πλίνθοι, τεχνοτροπία με ρίζες στην Ανατολή. Το συνδετικό υλικό είναι ισχυρό κεραμοκονίαμα. Οι εξωτερικοί τοίχοι έχουν το ίδιο πάχος (6,30 μ.) ως τη βάση του τρούλου. Μετά λεπταίνουν μιας και έχουν να στηρίξουν μόνο την κεραμοσκεπή. Η είσοδος του κτιρίου κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ήταν στη νότια καμάρα και συμπίπτει με τον άξονα της πομπικής οδού. Δεξιά και αριστερά της, μέσα στον τοίχο, βρίσκονταν δυο κοχλιωτές κλίμακες, που οδηγούσαν στη στέγη. Απ’ αυτές σήμερα η ανατολική είναι κλεισμένη.

Η εσωτερική κυκλική αίθουσα έχει διάμετρο 25,5 μ. και ύψος από το δάπεδο ως το κλειδί του τρούλου 29,8 μ. Γύρω – γύρω στον εσωτερικό τοίχο υπάρχουν οκτώ μεγάλες τετράγωνες κόγχες, που σκεπάζονται από ημικυκλικές καμάρες. Επάνω από κάθε κόγχη υπάρχει ένα τοξωτό παράθυρο. Στη βάση του τρούλου διακρίνεται μια ζώνη με οκτώ ημικυκλικά ανοίγματα, τα οποία συνεισφέρουν στο φωτισμό του κτιρίου. Ο φωτισμός ενισχύεται και από το οπαίο στο κλειδί του τρούλου, το οποίο χρησίμευε επίσης και για εξαερισμό. Αυτό φανερώνεται και από το αποχετευτικό φρεάτιο στο κέντρο της αίθουσας.

Τη βαριά εξωτερική όψη του κτιρίου μειώνει η εσωτερική άποψή του. Οι κόγχες, τα παράθυρα και οι φωτεινές θυρίδες δημιουργούν την εντύπωση ότι δεν στηρίζεται σε παχείς τοίχους, αλλά σε χοντρούς πεσσούς ανάμεσα στις κόγχες. Κάθε κόγχη περιβαλλόταν από δυο κίονες, που υποβάσταζαν τοξωτό ή τριγωνικό αέτωμα. Έμοιαζαν οι κόγχες έτσι με ναΐσκους και μέσα τους ήταν τοποθετημένα λατρευτικά αγάλματα. Σήμερα από τις κόγχες παραμένουν μόνο δύο ανοιχτές. Ο Pyggre απέδειξε ότι το κτίριο είχε οικοδομηθεί μέσα σε τέμενος, σε ιερό δηλαδή χώρο, που προστατευόταν από έναν ημιοκταγωνικό περίβολο με δυο κόγχες ανατολικά και δυτικά.

Όταν το ναό παρέλαβαν οι χριστιανοί, έκαναν τροποποιήσεις και προσθήκες για να είναι λειτουργικός ως προς τις λατρευτικές ανάγκες της νέας θρησκείας. Η σπουδαιότερη αλλαγή ήταν η προσθήκη του ιερού στην ανατολική καμάρα. Γύρω από το ναό και σε απόσταση οκτώ μέτρων από τον εξωτερικό τοίχο ορθώνεται κυκλικός τοίχος. Αφαιρούνται οι κίονες και τα επιστήλια από τις όψεις των ισογείων κογχών και οι τελευταίες ανοίγονται προς το δακτύλιο. Διπλασιάζεται έτσι το εμβαδόν του κτιρίου, για να εξυπηρετήσει το πλήθος των χριστιανών. Η στέγη του νέου κυκλικού τοίχου έφτανε ως το ύψος της βάσης των μεγάλων παραθύρων.

Στη δυτική κόγχη ανοίχτηκε νέα είσοδος, που μπροστά της κατασκευάστηκε νάρθηκας. Η νότια είσοδος δεν αχρηστεύτηκε, αλλά με την προσθήκη προπύλου παίρνει τη μορφή στοάς και πλαισιώνεται από ένα παρεκκλήσι στην ανατολική και ένα οκταγωνικό κτίσμα στη δυτική πλευρά. Κλείνεται επίσης την ίδια περίοδο το οπαίο στην κορυφή του τρούλου.

Απ’ όλες τις αλλαγές που έγιναν κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, σήμερα μπορούμε να δούμε μόνο το ιερό. Γύρω στον 11ο αι. και πιθανώς έπειτα από σεισμό, κατέρρευσε ένα μέρος του τρούλου και του θριαμβικού τόξου. Αυτό δικαιολογεί και την ύπαρξη των δυο εγκάρσιων αντηρίδων, που προφυλάσσουν το ιερό από πιθανή κατάρρευση. Ο κυκλικός τοίχος, ο νάρθηκας και το πρόπυλο της νότιας εισόδου πιθανόν καταστράφηκαν από σεισμό πριν από τον 9ο αι.. Το 1591, που ο ναός έγινε τζαμί, δεν υπήρχαν, γιατί ο μιναρές είναι κτισμένος μέσα στην κυκλική στοά.

Οι Τούρκοι δεν αλλοίωσαν τη φυσιογνωμία του μνημείου, αν και υπάρχουν αρκετές επεμβάσεις. Βλέπει κανείς το μιναρέ, το μοναδικό της Θεσσαλονίκης, τη φιάλη στα Ν.Δ. της δυτικής εισόδου και τα δυο προστώα μπροστά από τη νότια και δυτική είσοδο. Ακόμη ο περίβολος έξω από τη νότια γωνία της κόγχης του ιερού, όπου βρίσκονται οι μαρμάρινοι τάφοι του Hortaci Efendi και κάποιου Yusuf Bey.

ΡΟΤΟΝΤΑ :  Ο ΧΩΡΟΣ  ΤΟΥ  ΜΝΗΜΕΙΟΥ
ΩΣ ΤΟΠΟΣ  ΑΝΑΦΟΡΑΣ  ΤΗΣ  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ  ΖΩΗΣ

 Ο ευρύτερος χώρος του μνημείου (συγκροτήματος) αποτελούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου αι. τον πυρήνα του ελληνισμού της πόλης. Όλη η περιοχή του μνημείου αποτελούνταν από ελληνικές συνοικίες με μοναδική εξαίρεση μια τουρκική συνοικία στα νότια της περιοχής, την Akce Mescid (λευκό τέμενος). Αυτή άλλωστε ήταν και η μόνη μεγάλη τουρκική συνοικία κοντά στη θάλασσα.

Οι ελληνικές συνοικίες που αποτελούσαν το πληθυσμιακό περίβολο του μνημείου ήταν : η συνοικία του Αγίου Υπατίου (Aya Pat), η συνοικία Tuzlu Cesme (=Αλμυρής Βρύσης), η συνοικία της Παναγούδας (Panaguda), η συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου (Aya Kostantin), η συνοικία της Νέας Παναγίας (Kebir Manastir = Μεγάλο Μοναστήρι) και η μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη ελληνική συνοικία του Αγίου Αθανασίου (19).

Η συνοικία του Αγίου Υπατίου είναι η πρώτη που καταγράφεται στα φορολογικά κατάστιχα του 1906. Ήταν η πρώτη ακόμη που έβρισκε κανείς μπαίνοντας από την πύλη της Καλαμαριάς. Τα όριά της ήταν στα ανατολικά τα τείχη πάνω από την Εγνατία, από το τέλος της σημερινής οδού Κ. Μελενίκου ως την πύλη της Καλαμαριάς. Νότια σύνορα είχε την Εγνατία και δυτικά εκτεινόταν στα όρια της Ροτόντας. Είχε 228 σπίτια, 10 καταστήματα, 2 ποτοπωλεία, 3 φούρνους, 1 αποθήκη, 1 στάβλο και 6 οικόπεδα. Το όνομά της το πήρε από την εκκλησία – κέντρο της, τον Άγιο Υπάτιο, που ήδη από τον 19ο αι. πήρε τη σημερινή της ονομασία, Παναγία Δέξια.

Η συνοικία της Αλμυρής Βρύσης βρισκόταν αριστερά μπαίνοντας από την πύλη της Καλαμαριάς. Οι Έλληνες την ονόμαζαν και συνοικία της Υπαπαντής από την εκκλησία της ενορίας τους. Εκτεινόταν παράλληλα με την Εγνατία, από την πύλη της Καλαμαριάς έως την αρχή της σημερινής πλατείας Ιπποδρομίου, περίπου στη σημερινή Α. Σβώλου. Δυτικά έφτανε ως το δρόμο Yol Agzi (Στόμιο δρόμου). Νότια συνόρευε με την ελληνική συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου. Είχε 121 σπίτια, 7 καταστήματα, 1 φούρνο, 1 καφενείο, 1 ποτοπωλείο, 1 αποθήκη και 3 οικόπεδα.

Η συνοικία Παναγούδας χωριζόταν στα δύο από την Εγνατία, με το μεγαλύτερο μέρος της να βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του δρόμου. Σύνορο προς τη συνοικία του Αγίου Αθανασίου είχε την οδό Fabrika (Κ. Παλαιολόγου). Βόρεια τερμάτιζε στην οδό Celebi Bakkal, άρχοντα μπακάλη (Φιλίππου). Στο νότο είχε όριο πάλι την οδό Κ. Παλαιολόγου, που το τμήμα της αυτό ονομαζόταν Paloza. Είχε 140 σπίτια, 5 καταστήματα, 1 ποτοπωλείο και 3 δωμάτια.

Η συνοικία  Αγίου Αθανασίου ήταν η μεγαλύτερη χριστιανική συνοικία. Είχε 296 σπίτια, 1 ποτοπωλείο και 11 οικόπεδα. Το μεγαλύτερο τμήμα της ήταν πάνω από την Εγνατία. Συγκριτικά με τις άλλες ήταν απομακρυσμένη από το γαλεριανό συγκρότημα, αλλά λειτουργικά αποτελούσε μέρος της. Έφτανε ως την παλιά Αριστοτέλους (σημερινή Ολύμπου) και στο τμήμα της αυτό λεγόταν Tekke. Στο τέρμα αυτού του δρόμου υπήρχε ένα ελληνικό σχολείο που ανήκε στο Yanik Manastir (Άγιο Μηνά) και στο δρόμο Kara Ta υπήρχε ακόμη ένα σχολείο θηλέων. Η συνοικία έφτανε ως την Αγίας Σοφίας, που λεγόταν Eski Cuma΄ (Παλιά Παρασκευή) από το τουρκικό όνομα της Αχειροποιήτου.

Η συνοικία Αγίου Κωνσταντίνου βρισκόταν νοτιοδυτικά της συνοικίας της Υπαπαντής, με κέντρο την πλατεία του Ιπποδρομίου. Έφτανε ως την οδό Νικηφόρου Φωκά (τότε Kebir Manastir = Μεγάλο Μοναστήρι) και  Yassi Yol (σήμερα Ρωμανού). Ανατολικά με τον παράλληλο με τα τείχη δρόμο Hisar (Κάστρου), σήμερα Φιλικής Εταιρείας. Είχε 93 σπίτια, 22 καταστήματα, 3 ποτοπωλεία, 1 φούρνο, 4 δωμάτια και 17 οικόπεδα.

Η συνοικία Νέας Παναγίας, Kebir Manastir κατά τους Τούρκους, βρισόταν νοτιότερα από τη συνοικία του Αγίου Κωνσταντίνου. Ένα τμήμα της βρισκόταν δυτικότερα προς τη Μητρόπολη. Είχε 171 σπίτια, 23 καταστήματα,3 φούρνους, 4 ποτοπωλεία και 22 οικόπεδα. Στην αρχή του δρόμου Dimitri Nano (σήμερα Παύλου Μελά) βρισκόταν μια συναγωγή και στη λεωφόρο Idare- i ‘Askeriye ( περίπου η σημερινή Μητροπόλεως) ένα εβραϊκό σχολείο.

Βλέπουμε ότι το ελληνικό κέντρο της πόλης μπορεί να μην είχε την οικονομική δραστηριότητα της παραδοσιακής Αγοράς, αλλά ήταν ένα ζωτικό σημείο της Θεσσαλονίκης. Διατηρούσε σημαντικό αριθμό καταστημάτων και ήταν σημείο αναφοράς για τον ελληνισμό της πόλης, παρ’ όλο που το κεντρικό του κτίριο, η Ροτόντα, λειτουργούσε ως τζαμί. Στην περιοχή αυτή, όπως μαρτυρεί και τούρκικο έγγραφο της Μονής Βλατάδων του 1779 και άλλο του 19ου αι., είχαν τα εργαστήριά τους οι τεχνίτες που ανήκαν στη σημαντική συντεχνία (εσνάφι) των χρυσοϋφαντουργών. Δίπλα στη Ροτόντα υπήρχε ένα simkes – hane , δηλαδή εργαστήρι χρυσοϋφαντών.

Κοντά στην «Καμάρα» στεγαζόταν και το ελληνικό προξενείο, σ’ ένα από τα σπίτια των Άμποτ. Η περιοχή μάλιστα της «Καμάρας» λογαριαζόταν και ως απρόσιτη ακόμη και από τους Οθωμανούς χωροφύλακες (ζαπιέδες) μιας και «…τα παλικάρια της Δε λογάριαζαν τίποτε, ούτε αστυνομικές διατάξεις ούτε περιορισμούς ωρών». Αν η αστυνομία χρειαζόταν να επέμβει, το έκανε μόνο με τη βοήθεια του Καβάση, του  Έλληνα φουστανελοφόρου κλητήρα του ελληνικού προξενείου (Σταμπουλής, 1984: 109). Φαίνεται λοιπόν ότι το ελληνικό αυτό κομμάτι της πόλης διατηρούσε κάποιο είδος «ανεξαρτησίας» απέναντι στην οθωμανική διοίκηση.

Στη θέση της σημερινής πλατείας Ναυαρίνου καταλάμβανε η τουρκική συνοικία Ak?e Mescid, το Αξα – μετζίτ όπως το έλεγαν οι Έλληνες. Τα τούρκικα σπίτια της συνοικίας ήταν όμορφα κτισμένα, λιθόκτιστα, διώροφα, με μεγάλες εσωτερικές αυλές, όπου οι μουσουλμάνοι συντηρούσαν αρκετές αγελάδες, με το γάλα των οποίων, προμήθευαν τα αρβανίτικα ζαχαροπλαστεία (Τομανάς, 1997: 23). Το τζαμί της συνοικίας, που την  ονομάτισε, το Λευκό Τέμενος, ήταν από τα πιο όμορφα της πόλης και σ’ αυτό πήγαιναν πολλές φορές και ελληνόπουλα να ακούσουν το κήρυγμα του χότζα, που μιας και τα τουρκάκια ήξεραν ελληνικά, μιλούσε ελληνικά, για να τον καταλαβαίνουν και τα ελληνόπουλα (Τομανάς, 1997: 23). Όταν έφυγαν οι μουσουλμάνοι από την πόλη, το 1923, τα σπίτια τους τα κατέλαβαν Έλληνες πρόσφυγες, ενώ οι λίγοι Εβραίοι της συνοικίας συνέχισαν να μένουν στα γύρω στενά και βρώμικα σοκάκια.«…Κατά τη διάρκεια 1923-33 η πλατεία έσφυζε από ζωή. Οι άνθρωποι που έμεναν στα γύρω σπίτια, σμυρνιοί οι περισσότεροι, τα βράδια, μετά τη δουλειά στη φάμπρικα ή στην οικοδομή, στρώνονταν στα ταβερνάκια κι έπιναν το ρακί τους» (Τομανάς, 1997: 24).

Εκεί που κατά τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς  χρόνους βρισκόταν ο Ιππόδρομος, βρίσκεται σήμερα, όπως και σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, το Προδρόμ ή Ποδρόμ των Ελλήνων ή Γκάλε Άντσα των Εβραίων ή Γιασί Γιόλ των μουσουλμάνων. Η πλατεία Ιπποδρομίου, μια από τις πιο παλιές πλατείες της πόλης, ήταν και το ανατολικό άκρο του γαλεριανού συγκροτήματος. Μετά τη σφαγή από το Θεοδόσιο, θεωρήθηκε τόπος καταραμένος και ο Ιππόδρομος δεν ξαναλειτούργησε. Στην αρχή της τουρκοκρατίας η περιοχή ήταν σχεδόν ακατοίκητη. Γκραβούρες του 1700 απεικονίζουν μονάχα λίγα σπίτια, πλατάνια και τις εκκλησίες των Αγίων Αντωνίου και Κωνσταντίνου.

Σιγά σιγά ελληνικές οικογένειες από άλλες περιοχές ήρθαν και εγκαταστάθηκαν γύρω από τον Ιππόδρομο σχηματίζοντας μια μεγάλη συνοικία. Όταν όμως το 1828 κτίστηκε στην Εγνατία η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, οι πλουσιότερες οικογένειες εγκατέλειψαν την περιοχή, για να πάνε στη νέα εκκλησία. Στο Ιπποδρόμιο έμειναν οι φτωχότεροι.

Μετά την πυρκαγιά του 1917, η ελληνική κυβέρνηση μαζί με τα συμμαχικά στρατεύματα, έκτισαν παραπήγματα για να στεγάσουν τους πυροπαθείς καταστηματάρχες, προκειμένου να συνεχιστεί η εμπορική δραστηριότητα. Η πλατεία χωρίστηκε από τα ξύλινα παραπήγματα σε τρία μέρη : Το κάτω Ποδρόμι στον Άγιο Κωνσταντίνο, το μεσαίο Ποδρόμι στον Άγιο Αντώνιο και το επάνω Ποδρόμι στην σέρβικη εκκλησία.

Από τον περασμένο αιώνα ως και τις πρώτες δεκαετίες του τωρινού γινόταν στον Ιππόδρομο τα περίφημα Καρναβάλια. Γράφει ο Σοφοκλής Γκαρπολάς στον Φάρο της Μακεδονίας της 6ης Φεβρουαρίου 1885 : «Η παρελθούσα Κυριακή της αποτυρώσεως, ημέρα ως γνωστόν γενικής διασκεδάσεως, εορτάσθη υπό των ημετέρων συμπολιτών λίαν ευθύμως και φαιδρώς, βοηθούντος προς τούτο και του καιρού, όστις οψέ Σαββάτον μετεβλήθη αίφνης επί το εαρινώτερον. Οι προσωπιδοφόροι, ους επί τινας ημέρας το ψύχος και ο πηλός [η λάσπη] είχον περιορίσει, φιλοτιμηθέντες να αναπληρώσουν οιωνεί τας προηγουμένας ελλείψεις των, από της πρωίας μετά την ανατολήν του εαρινού ηλίου, όστις επί ημέρας δεν έπαψε να μας φωτίζει και να μας ζωογονεί, ήρξαντο να διασταυρώνονται κατά πάσας τας διευθύνσεις και να τέρποσι το περί αυτούς συναγόμενον πλήθος. Τα περάθυρα και οι εξώσται των οικιών έβριθον θεατών, ιδίως εκ του ωραίου φύλου, όπερ μετ’ ακορέστου περιεργείας θεώμενον τας κωμικάς κινήσεις και επιτυχείς ;αυτών απομιμήσεις, εξερηγνύετο εις άσβεστον γέλωτα. Αι οδοί ήταν πλήρεις ανθρώπων και αδιάβατοι σχεδόν, ιδίως η Μεγάλη Ευθεία Οδός [Εγνατία] και ο Ιππόδρομος. Μετά δυσκολίας Δε κατόρθουν οι αμαξηλάται να διασχίσοσι τα πλήθη και να διέρχονταιδια των αμαξών, διότι πολλοί εκ των θεατών εφέτος περιήρχοντο τας οδούς εφ’ αμαξών ένεκα του πηλού.» (Τομανάς, 1997: 60). Το Ιπποδρόμιο την τελευταία Κυριακή της αποκριάς είχε την τιμητική του. Όλα τα γύρω μαγαζιά στολίζονταν, εφοδιάζονταν με πρόσθετα καθίσματα και τραπέζια και γέμιζε η πλατεία με χορωδιακά συγκροτήματα. Το μεσημέρι γινόταν η παρέλαση των καρναβαλίων. Αποκορύφωμα της ήταν το κάψιμο της γρίππης, ένα ομοίωμα ξεδοντιάρας γριάς, που συμβόλιζε την ισπανική γρίππη, η οποία είχε αφαιρέσει τη ζωή από πολλούς ανθρώπους (Τομανάς, 1997: 61-64).

Σήμερα η πλατεία Ιπποδρομίου έχει εξαφανιστεί σχεδόν από το εναγκάλισμα των πολυκατοικιών. Αποτελεί πια ένα χώρο πεζής καθημερινότητας, χωρίς κάτι το ιδιαίτερα γραφικό πέρα από τις αναμνήσεις κάποιων Θεσσαλονικέων. Η «Καμάρα» ωστόσο, παρέμεινε στη συνείδηση των Θεσσαλονικέων ως σημείο αναφοράς. Η τοπογραφία του γύρω χώρου και οι συνήθειες των ανθρώπων άλλαξαν. Από κάτω της αρχικά περνούσε η Εγνατία οδός, τα ιππήλατα τραμ, που εκμεταλλεύονταν με βάση σουλτανικό διάταγμα μια βελγική εταιρεία με πρώτο διευθυντή τον Γάλλο Γκιόλ. Τα εγκαίνια του δικτύου έγιναν το Μάιο του 1893 και η εταιρεία διέθετε 45 βαγόνια και 120 ρωσοουγγρικά άλογα [Φ.Ρ. 42]. Αργότερα τα ιππήλατα τραμ αντικαταστάθηκαν από τα ηλεκτροκίνητα, μιας και το 1907 δημιουργήθηκε η εταιρεία Τροχιοδρόμων και Ηλεκτροφωτισμού. Το 1922 άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και τα πρώτα λεωφορεία, ενώ το 1924 άρχισε και η κυκλοφορία των ταξί. Το πρώτο Ι.Χ. αυτοκίνητο κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη το 1925 και ήταν μια Μπούικ του Κόκκινου, ιδιοκτήτη του κόκκινου σπιτιού στην Αγία Σοφία.

Γύρω από την «Καμάρα» παρέμειναν ακόμη λίγα καφενεία και βιοτεχνίες υφασμάτων. Η τελική διάνοιξη της οδού Εγνατία έγινε τη δεκαετία του 1950, οπότε και γκρεμίστηκε ο τέταρτος δυτικός πεσσός της, παίρνοντας η περιοχή τη σημερινή περίπου μορφή της. Σήμερα η «Καμάρα» αποτελεί χαρακτηριστικό σημείο αναφοράς της πόλης. Ραντεβού δίνονται δίπλα της  και πολλές πορείες διαμαρτυρίας αρχίζουν απ’ αυτή. Στον χώρο της  πλατείας υπάρχουν μαγαζιά ψυχαγωγίας και διασκέδασης. Βορειότερα και γύρω από τη Ροτόντα γίνεται  και σήμερα λαϊκή αγορά, ένα διαχρονικό φαινόμενο με κέντρο ένα διαχρονικό μνημείο, σε μια διαχρονική πόλη. Το ανακάτεμα του σ.

9. ΠΑΝΑΓΙΑ  ΧΑΛΚΕΩΝ


Η Παναγία Χαλκέων, Καζαντζιλάρ τζαμί

Η Παναγία Χαλκέων σήμερα 

ΙΣΤΟΡΙΑ – ΟΝΟΜΑ:

Κατά τα έτη 1014 –19, όταν ήταν αυτοκράτορας ο Βασίλειος Β' ο Μακεδόνας, η βυζαντινή αυτοκρατορία ολοκληρώνει την επεκτατική πολιτική της, που άρχισε από τον 10ο αι. και ανακαταλαμβάνει όλα τα εδάφη της βαλκανικής χερσονήσου. Μετά το 1019 στη Θεσσαλονίκη επικρατεί σχετική ειρήνη και ευημερία.

Αυτή την εποχή, κτίζεται το 1028 στο κέντρο της πόλης η Παναγία των Χαλκέων [από τον πρωτοσπαθάριο (20) Χριστόφορο. Μια επιγραφή που υπάρχει στην είσοδο (21) πληροφορεί τους επισκέπτες ότι η εκκλησία κτίστηκε σε τόπο βέβηλο χωρίς να εξηγείται αν εννοεί πρώην ειδωλολατρικό ναό ή χώρο λαϊκό απλώς. Ο Τομανάς αναφέρει την άποψη ότι στο χώρο του ναού υπήρχε ναός του Ηφαίστου, του Θεού που απασχολούνταν με την κατεργασία των μετάλλων (Τομανάς, 1997: 31). Ο ναός βρίσκεται βόρεια της Εγνατίας και υψομετρικά αρκετά χαμηλότερα απ’ αυτήν, λόγω των επιχωματώσεων της περιοχής. Είναι μικρή και κομψή και ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες βυζαντινές εκκλησίες της πόλης λόγω των περίτεχνων εξωτερικών γραμμών της και του υποβλητικού της εσωτερικού. Ο λαός την ονομάζει και «Κόκκινη Εκκλησιά».

Το 1430 η πόλη καταλαμβάνεται από τους Τούρκους και ο ναός γίνεται αργότερα τζαμί με το όνομα Kazancilar Cami'ι (22) (= τζαμί των χαλκωματάδων) ], απ’ όπου και ονομασία «Παναγία των Χαλκέων».Το όνομα οφείλεται στο ότι γύρω από την περιοχή της εκκλησίας υπήρχαν από τη βυζαντινή εποχή χαλκωματάδες, που συνεχίζουν έως σήμερα την παράδοση του επαγγέλματός τους. Σχετικά μας πληροφορούν και τα βιβλία των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου, που αναφέρουν ότι δυτικά από τη μεγάλη αγορά υπήρχε η «χαλκευτική στοά» : «…εκ Δυσμών του της πόλεως μεγαλοφόρου εν τη εκτείσε χαλκευτική λεγομένη στοά..».

Το όνομα που είχε ο ναός κατά τα βυζαντινά χρόνια δεν είναι γνωστό. Μερικοί πιστεύουν ότι μια εκκλησία, που αναφέρεται σε αγιορείτικο δωρητήριο έγγραφο του 14ου αι. ως «Παναγία η Καμαριώτισσα», πρέπει να είναι η Παναγία Χαλκέων. Την άποψη αυτή τη στηρίζει μια ομιλία του Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου, διαπρεπούς νομικού του 14ου αι., στην οποία αναφέρεται η ύπαρξη των γειτονικών του ναού υπογείων στοών, που ονομάζονταν και «καταφυγή». Αντίθετα άλλοι πιστεύουν ότι η Παναγία η Καμαριώτισσα δεν είχε σχέση με την Χαλκέων, αλλά βρισκόταν κοντά σε αυτήν.
Το πιο πιθανό είναι στη βυζαντινή περίοδο ο ναός να ονομαζόταν «Παναγία των Χαλκοπρατείων» όπως η περίφημη εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Το 1835 ονομάστηκε Balaban Mescidi. Κατά τις αρχές του 16ου αι. η συνοικία γύρω του έχει το όνομα Balaban Aga. Πολλές φορές ως ιδρυτής του τζαμιού αναφέρεται ο Ahmed Aga, γιος του Balaban, που διέθεσε πολλά χρήματα για τη συντήρηση του τζαμιού και την πληρωμή του προσωπικού. Το τζαμί τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας είχε περιπέσει σε αχρηστία, καθώς δεν υπήρχε πια γύρω του μουσουλμανικός πληθυσμός, αλλά εβραϊκός.

Το 1932, με τους σεισμούς της Χαλκιδικής, η εκκλησία παθαίνει σοβαρές ζημιές, κυρίως στο νάρθηκα, αλλά και σε όλη την ανατολική της πλευρά. Αυτό έδωσε την ευκαιρία να αναστηλωθεί ο ναός και να απαλλαγεί από το χώμα με το οποίο σκεπαζόταν ως τον κοσμήτη.
 

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ:

Ο ναός είναι κτισμένος με την τεχνική της «κρυμμένης πλίνθου», δηλαδή με επάλληλες σειρές πλίνθων που κάθε δεύτερη σειρά την κάλυπταν με αρμό, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι μια όψη της τοιχοδομίας με μια σειρά πλίνθων και μια σειρά αρμού ισόπαχες μεταξύ τους. Ανήκει στους σταυροειδείς εγγεγραμμένους τετρακιόνιους ναούς, οι οποίοι πρωτοπαρουσιάζονται στην εποχή των Μακεδόνων και συνεχίζουν μέχρι την κατάληψη της αυτοκρατορίας.

Ο ναός αποτελείται από το νάρθηκα, τον κυρίως ναό και το ιερό βήμα. Ο νάρθηκας καταλαμβάνει όλο το πλάτος του ναού και χωρίζεται σε τρία μέρη με παραστάδες και με δυο μεγάλα ανακουφιστικά τόξα. Τα δυο τόξα πλαισιώνουν τρεις ημικυλινδρικές καμάρες, που ξεκινούν από το ύψος των παραστάδων και καλύπτουν όλο το νάρθηκα. Στο νάρθηκα οδηγούν τρεις πόρτες, μια στο βόρειο και μια στο νότιο τοίχο, καθώς και η κεντρική είσοδος στη δυτική πρόσοψη του ναού [Φ.Π. 4]. Ο ανατολικός του τοίχος έχει τρία ανοίγματα με ανάγλυφα υπέρθυρα. Επάνω από το νάρθηκα υπάρχει ένας δεύτερος όροφος, το υπερώο, το οποίο σκεπάζεται από δύο τρούλους, που το κέντρο τους, το σταυροθόλιο χρησίμευε πιθανώς ως το σκευοφυλάκιο της εκκλησίας. Στον ανατολικό τοίχο του υπερώου υπάρχει ένα μεγάλο άνοιγμα που βλέπει στον κυρίως ναό. Σκάλα για το υπερώο εσωτερικά δεν υπάρχει και πιθανώς η πρόσβαση σε αυτό γινόταν με ξύλινη εξωτερική σκάλα από το σήμερα κλειστό τοξωτό παράθυρο της βορειοδυτικής γωνίας.

Στον κυρίως ναό κυριαρχούν οι τέσσερις κίονες (τετρακιόνιος) φτιαγμένοι από γκρι μάρμαρο, που σχηματίζουν τετράγωνο. Συγκρατούν τα τόξα των τεσσάρων μεγάλων καμάρων του σταυρού. Πάνω στα τόξα και στα σφαιρικά τρίγωνα που βρίσκονται ανάμεσά τους στηρίζεται ο τρούλος, που έχει δυο επάλληλες σειρές παραθύρων. Στις εκκλησίες αυτού του τύπου η ανατολική καμάρα δεν φτάνει ως την κεντρική κόγχη, αλλά σταματά, για να αρχίσει μια χαμηλότερη καμάρα που καλύπτει το ιερό βήμα και φτάνει ως την κόγχη. Αυτή η τεχνοτροπία είναι χαρακτηριστική στην Κωνσταντινούπολη και φαίνεται επηρέασε και τη Μακεδονία.

Στη μέση του βόρειου τοίχου υπάρχει ένας τάφος με μορφή ακροσολίου, παραλληλόγραμμη δηλαδή εσοχή με τόξο, πράγμα πολύ σπάνιο, γιατί συνήθως οι τάφοι των ιδρυτών των εκκλησιών υπάρχουν στους νάρθηκες. Μια εξήγηση γι’ αυτό μπορεί να δοθεί αν υποθέσουμε ότι η εκκλησία χτίστηκε ως ταφική και ο τάφος ορίστηκε εξ αρχής σε εκείνο το σημείο, για να δεχθεί κάποτε τον ιδρυτή του ναού. Το όλο μνημείο είχε, δηλαδή, ταφικό χαρακτήρα, συνεπώς η κεντρική θέση του τάφου δικαιολογείται. Την άποψη για τον ταφικό χαρακτήρα του μνημείου ενισχύει και τι εικονογραφικό του πρόγραμμα. Ενώ στις σταυροειδείς με τρούλο εκκλησίες επικρατεί, μετά την εικονομαχία, η παράσταση του Χριστού – Παντοκράτορα στον τρούλο, στην Παναγία Χαλκέων στη θέση αυτή βρίσκεται η παράσταση της Ανάληψης, που συνήθως τοποθετείται στους τοίχους ή στην καμάρα του ιερού βήματος. Η παρουσία της Ανάληψης στον τρούλο βρίσκεται και σε άλλες εκκλησίες, που ήταν σίγουρα ταφικές. Ο τρούλος, που σύμφωνα με τη χριστιανική αντίληψη συμβολίζει τον ουρανό, ήταν το κατάλληλο σημείο σε ένα ταφικό ναό, να δεχθεί την Ανάληψη, παράσταση με εσχατολογικό περιεχόμενο. Την άποψη για το χαρακτήρα του ναού ενισχύει επίσης και η σύνθεση της Δευτέρας Παρουσίας στο νάρθηκα, παράσταση με κατ’ εξοχήν εσχατολογικό περιεχόμενο (Τσιτορίδου, 1985: 26).

Το ιερό βήμα μοιάζει σαν αυτόνομο κομμάτι του ναού. Χωρίζεται με δυο τοίχους, που έχουν επίσης δυο τοξωτά περάσματα, σε τρία μέρη : στο κυρίως ιερό βήμα, στην πρόθεση και στο διακονικό. Το κεντρικό μέρος έχει τρία παράθυρα σε δυο επάλληλες σειρές, ενώ τα άλλα δυο μέρη έχουν από ένα μονόβολο παράθυρο.

Απ’ έξω ο ναός μοιάζει με κύβο, που χωρίζεται οριζόντια από έναν μαρμάρινο κοσμήτη, ο οποίος περιτρέχει όλο το ναό. Στο πάνω μέρος υπάρχουν τρεις τρούλοι. Ο κεντρικός είναι οκτάπλευρος και σε κάθε πλευρά του ανοίγονται δυο επάλληλα παράθυρα που στεγάζονται από τόξα. Η στέγη του είναι κωνική και αρχίζει με ένα είδος οδοντωτής ζώνης επάνω από τη δεύτερη σειρά παραθύρων. Οι άλλοι δυο τρούλοι ανήκουν στον νάρθηκα, είναι μικρότεροι και διαφέρουν λίγο από τον κεντρικό. Είναι οκτάπλευροι, οι επιφάνειες όμως των πλευρών φέρουν εναλλάξ κόγχες και παράθυρα. Λείπουν επίσης οι κιονίσκοι που υπάρχουν στις άκρες των πλευρών του κεντρικού τρούλου. Ο σταυρός που σχηματίζεται στο εσωτερικό διαγράφεται έντονα απ’ έξω και στις τέσσερις πλευρές του ναού επικρατούν μεγάλα τόξα, ανοίγματα, αετώματα και οδοντώσεις.

Oι καμάρες του σταυρού καλύπτονται από δίριχτες στέγες, που καταλήγουν σε μεγάλα τριγωνικά αετώματα. Στην ανατολική πλευρά του ναού υψώνεται ένα μεγάλο ψευδοαέτωμα και ένα μικρότερο, που σημειώνει τη βάση της καμάρας του ιερού. Οι καμάρες του σταυρού τονίζονται εξωτερικά και από τα μεγάλα τόξα, που αρχίζουν από τη βάση του ναού, στη νότια πλευρά, και από το ύψος του τάφου, στη βόρεια πλευρά., καταλήγουν ως το ύψος των καμάρων. Το τύμπανο κάθε καμάρας φέρει δύο σειρές των δύο παραθύρων, που χωρίζονται κάθετα με έναν πλίθινο ημικίονα και ένα ακόμη παράθυρο πάνω από τη μαρμάρινη κορυφή του ημικίονα.

Η ημιεξαγωνική κόγχη του ιερού είναι μεγαλύτερη από τις ημικυκλικές πλαϊνές. Έχει απέριττη διακόσμηση και στη βάση της στέγης της φέρει τριπλή οδόντωση, σε αντίθεση με τις δυο πλαϊνές, που φέρουν διπλή.

Η δυτική όψη, η κύρια πλευρά πρόσβασης στο ναό, διαφέρει από τις άλλες, καθώς οι αντίστροφες οδοντώσεις και τα επάλληλα τοξώματά της προσδίδουν κάπως βαριά όψη σε αντίθεση με την απλή αρμονία των υπολοίπων πλευρών. Χωρίζεται κι αυτή με το μαρμάρινο κοσμήτη σε δυο επάλληλα μέρη. Στο κάτω μέρος διακρίνονται τρία μεγάλα τόξα. Το μεσαίο περιβάλλει την κεντρική είσοδο, τα άλλα δύο περικλείουν από ένα παράθυρο και μια κόγχη. Σε αντιστοιχία με τα τρία τόξα στο επάνω μέρος κυριαρχούν άλλα τρία μεγαλύτερα, τα οποία περιστοιχίζονται από μεγάλους κτιστούς ημικίονες. Τα τόξα αυτά περικλείουν επίσης από ένα παράθυρο και μια κόγχη.
 

Η  ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ  ΠΑΝΑΓΙΑ  ΧΑΛΚΕΩΝ
ΣΤΑ  ΤΕΛΗ  ΤΟΥ  ΙΘ'  ΚΑΙ  ΣΤΙΣ  ΑΡΧΕΣ  ΤΟΥ  Κ'  ΑΙΩΝΑ

Όλη η περιοχή της Παναγίας Χαλκέων, της πλατείας Δικαστηρίων, είναι μια από τις λίγες που έγινε όπως τη σχεδίασε ο Εμπράρ. Αποτελεί προέκταση της οδού Αριστοτέλους, η οποία ξεκινά από την παραλία (πλατεία Αριστοτέλους) και τέμνει κάθετα τις οδούς Μητροπόλεως, Τσιμισκή, Β. Ηρακλείου, Ερμού και Εγνατίας. Το όνομά της το πήρε από τα κτίρια των Δικαστηρίων, που υπολογιζόταν ότι θα κτιζόταν εκεί. Όταν όμως άρχισε η εκσκαφή για τη θεμελίωση του εργατικού κέντρου, βρέθηκαν τα αρχαία κτίσματα της αγοράς και η ανέγερση των δικαστικών κτιρίων ματαιώθηκε.

Κατά την αρχαιότητα όλη η σημερινή πλατεία λειτουργούσε ως αγορά. Είχε χωριστεί σε δυο πλατείες, τη νότια που ονομαζόταν Μελανηφόρος (στα όρια των οδών Εγνατίας και Φιλίππου) και τη βόρεια (από την οδό Φιλίππου έως την οδό Ολύμπου). Όταν ο διαβάτης έμπαινε από την οδό Εγνατία στην Μελανηφόρο, συναντούσε μια στοά με κίονες, που ανάμεσά τους βρισκόταν διακοσμητικά αγάλματα κορών και κούρων. Ένα τμήμα της στοάς επιζούσε έως τον 19ο αι. στα δυτικά όρια της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Οι Τούρκοι ονόμασαν το κομμάτι αυτό Σουρέτ  Μελέχ, οι Εβραίοι Incantados (μαγεμένες) και οι χριστιανοί Είδωλα. Στα 1864 ο Γάλλος αρχαιολόγος Miller απέσπασε τα δύο πιο καλοδιατηρημένα αγάλματα της στοάς, που σήμερα φυλάσσονται στο Λούβρο.

Διασχίζοντας την πρώτη αγορά και ανεβαίνοντας μια μαρμάρινη σκάλα, έφτανε κανείς στη δεύτερη πλατεία, όπου υπήρχε η κυρίως Αγορά, το Ωδείο και το Στάδιο. Όλη η περιοχή ήταν το κοινωνικό και οικονομικό κέντρο της πόλης και γι’ αυτό ονομαζόταν Ομφαλός (Τομανάς, 1997: 32).

Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Τούρκους η περιοχή λεηλατήθηκε και με τον καιρό σκεπάστηκε με χώματα. Επάνω της κτίστηκαν αρχικά τουρκικές συνοικίες, αργότερα όμως και μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. την περιοχή καταλαμβάνει η μεγάλη εβραϊκή συνοικία Rogoz ή Rogos, η μόνη εβραϊκή συνοικία που βρισκόταν βόρεια από την Εγνατία.

Η συνοικία απλωνόταν παράλληλα με την Εγνατία μέχρι την Φιλίππου, που στη διάρκεια της τουρκοκρατίας λεγόταν Mektupci (Αλληλογράφου), και είχε ως ανατολικό της όριο την οδό Αγίου Νικολάου (Aya Nikola Klisasi) και δυτικό την οδό Βενιζέλου (Sabri Pasa). Στην συνοικία υπήρχαν τρεις συναγωγές : η Bedaron, η Simson και η “καμένη” (Yanik Havra).

Η πυρκαγιά του 1917 κατέστρεψε την συνοικία και η περιοχή της πλατείας παρέμεινε εγκαταλειμμένη έως την άφιξη των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οι πρόσφυγες ισοπέδωσαν την περιοχή κι έστησαν παραπήγματα, δημιουργώντας ολόκληρο συνοικισμό. Αργότερα, όταν ο προσφυγικός πληθυσμός τοποθετήθηκε σε προγραμματισμένες γι’ αυτό περιοχές, η περιοχή ισοπεδώνεται ξανά και παραμένει μια τεράστια αλάνα, όπου παίζουν τα παιδιά.

Η αγορά των χαλκωματάδων, με κέντρο αναφοράς την Παναγία Χαλκέων στο νοτιοδυτικό άκρο της πλατείας, ήταν το ανατολικό όριο της μεγάλης εμπορικής και βιοτεχνικής ζώνης της πόλης στις αρχές του αιώνα. Κάτω απ’ αυτήν και προς το λιμάνι εκτεινόταν η Αγορά της πόλης. Εκεί  βρισκόταν οι εμπορικές περιοχές όπου τα καταστήματα, τα εργαστήρια, τα χάνια και τα ξενοδοχεία ήταν πολύ περισσότερα από τις κατοικίες. Η περιοχή της κυρίως αγοράς άρχιζε από την Εγνατία κι έφτανε ως τη νότιο πλευρά του Αγίου Μηνά. Ανατολικά οριζόταν από την Παναγία Χαλκέων και το Λουτρό της Αγοράς (Yahudi Hamami) και δυτικά από την περιοχή του Φραγκoμαχαλά.

Οι θέσεις που κατείχαν οι αγορές, ιδιαίτερα για κάθε συντεχνία, σύμφωνα με τα μεσαιωνικά πρότυπα των ανατολικών κρατών, πρέπει να παρέμειναν σταθερές σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Η οργάνωση των ομότεχνων σε ισνάφια (συντεχνίες), απαιτούσε ειδικό χώρο στέγασής τους. Αυτό διευκόλυνε τον αγορανομικό έλεγχό τους από τον αγορανόμο (mystesib), αλλά και από τα μέλη της συντεχνίας.

Η αγορά των χαλκωματάδων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τύπου οργάνωσης, που σήμερα περιορίζεται στη δυτική μόνο πλευρά της οδού Χαλκέων, ενώ πριν από την πυρκαγιά του 1917 απλωνόταν κι από τις δυο πλευρές της, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.

Η συντεχνία των χαλκιάδων, που πρωτοοργανώθηκε το 1700, θεωρούνταν μια από τις καλύτερες και τις πιο οικονομικά ανθηρές. Το ταμείο της συντεχνίας πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε για αρωγή προς τους αναξιοπαθούντες και τα φτωχά μέλη της ελληνικής κοινότητας, καθώς και για την υποστήριξη ελληνικών ιδρυμάτων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η συνδρομή της συντεχνίας για τη δημιουργία το 1872 του σωματείου : «Φιλόπτωχος Αδελφότητα Ανδρών». Ο τότε πρόεδρος της συντεχνίας Αθανάσιος Καζαντζής, πρόσφερε ολόκληρο το ταμείο της, 50 λίρες και μερικά μετζίτια (Σταμπουλή,  1984).

Το επάγγελμα του τεχνίτη χαλκουργού, αν και κοινωνικά ανώτερο από την αγροτική ενασχόληση, ανήκε στα χαμηλά στρώματα : «Μη τοίτυν ειπής, χαλκοτύπος εστίν ο δύνα, υποδηματορράφος, γεωργός εστίν, ανόητος εστί και καταφρονήσης», Ιωάννης Χρυσόστομος, ομιλία εις Μ.Θ.59, 4, PG. 58.597.

Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ιδιότυπη ελληνική χαλκουργία, μιας και σε ολόκληρη τη βαλκανική και τη Μικρά Ασία τα σκεύη χρήσης, καθώς και τα διακοσμητικά, είναι ίδια. Σε όλα τα μέρη πάντως είναι φανερή η μουσουλμανική επίδραση. Τουρκικά είναι και τα ονόματα των περισσότερων χάλκινων ειδών (Παπαδόπουλος, 1982: 40). Ο αριθμός των χάλκινων ειδών ενός νοικοκυριού αποτελούσε και μέτρο του πλούτου του. Σε ένα πατμιακό προικοσύμφωνο στα τέλη του 18ου αι. αναφέρονται : «…μαλάματα…ασήμια…μπακίρια : καζάνι της ρακής με το καπάκι του, ένα. Τέζερα με τα καπάκια τους, έξη· ταβάδες τέσσερις· λιγενόμπρικα δύω· συντριβάνι ένα· συνιά δύο. Βατζέλια προύζινα επτά. Καντιλέρια έξη· λύχνους της βίδας τρεις …» (Αρχείο Ι.Μ. Ιωάννου Θεολόγου, Πάτμος, Προικοσύμφωνο Κυράννης Πολητού Ξένου, 9/10/1793).

Η κυρίως πελατεία ήταν οι Τούρκοι και οι πλούσιες ελληνικές οικογένειες. Χαρακτηριστική είναι η τουρκική παροιμία : «κέρδισε, κέρδισε και στο χαλκό δώσε». Η πρώτη ύλη δεν ήταν προϊόν ντόπιας παραγωγής, αλλά εισαγόταν. Στη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του 20 αναφέρονται αρκετοί τεχνίτες του χαλκού. Ανάμεσά τους ο Καλομενίδης Βασίλης, γεννηθείς στην Τσίτα Σούρμενων του Πόντου, ο Ελευθεριάδης Χρίστος, από το Ρίζε του Πόντου και ο Καζαντζίδης Παναγιώτης από τα Σούρμενα του Πόντου.

Ο Ελευθεριάδης Χρίστος διηγείται : «Όταν ο πατέρας μου ήρθε (1912) δεν είχαμε αυτή τη φούρια (στα χάλκινα). Μετά μπήκαν οι τεχνίτες, ήρθαν εκ Ρωσίας στη Θεσσαλονίκη, άνοιξαν τα εργοστάσια αυτοί οι άνθρωποι έδωσαν τέχνες, ας πούμε, πλησιάσανε παντού στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στην Αθήνα, σ’ όλα τα σημεία που παρουσιάστηκαν μάθανε την τέχνη κι από κει εξελίχθηκε ο χαλκός.» (Παπαδόπουλος, 1982Q 68).

Πριν από το ’22 οι χαλκωματάδων ήταν βλάχοι από το Κρούσοβο, βουλγαρόφωνοι, ντόπιοι από τη Βέροια ή αλλού. Αρμένιοι και, πράγμα ελάχιστα βέβαιο, Εβραίοι (Παπαδόπουλος,  1982: 24). Ο Καλομενίδης Βασίλης λέει : «Όταν ήρθαμε (1921) ήταν ένας ο Μούνιας, ο Μήτσος ο Καλαϊντζής δύο, ο Μήτσος ο Βούλγαρης τρία, ο Παναγιώτης ο Καρναμίδης τέσσερα, - αυτός Ορτουλής (Πόντιος) ήτανε -, ένας ακόμα ήτανε, Βαγγέλη τον λέγανε, απ’ τη Βουλγαρία. Όλοι εκεί δουλεύανε. Στην οδό Κλεισούρας δουλεύανε, άλλα πράγματα δεν είχανε. Πιτσιρίκια πράματα, κάτι φτιάχνανε, τι να σου πω. (…) Πόντιοι από μας μπροστά κανένας δεν είναι. Ένας εγώ είμαι (1921). Ύστερα άνοιξε ο Πανίδης ο Νικόλας απ’ τα Σούρμενα, μαζί σχεδόν ο Λάζαρος. (…) Οι άλλοι ήσαν Βουλγαρόφωνοι κι όταν έγινε η ανταλλαγή των Βουλγάρων (’23 - ’24), όλοι έφυγαν, κανένας δεν έμεινε.» (Παπαδόπουλος, 1982: 76). Ο Παναγιώτης Καζαντζίδης θυμάται : «Εδώ ήτανε κάτι Θεσσαλονικείς (1924) μικροί τεχνίται, δεν μπορούσανε να ’ρθουνε στην τέχνη στο ποντιακό, όταν ήρθαν οι Πόντιοι. Κι έτσι σιγά – σιγά εσβήσανε… Εδώ ήταν και Εβραίοι μπακιρτζήδες. Εμείς τον καιρό που ήρθαμε κανένας δεν ήτανε.» (Παπαδόπουλος, 1982: 77).

Οι πρώτοι Πόντιοι έρχονται μετά το 1917 από τη Ρωσία. Δεύτερο κύμα έχουμε λίγο πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή, το 1921 και τρίτο κύμα το 1939 με την εγκατάλειψη της Ν. Ρωσίας.

Ο Παν. Καζαντζίδης συνεχίζει : «Το ’27 ήμουν Θεσσαλονίκη. Όλοι (οι χαλκουργοί) πρόσφυγοι ήσαν. Γιατί υπήρχαν και Αρμένιοι, οι οποίοι, σκόρπισαν με την καταστροφή, οι περισσότεροι χαλκουργοί ήταν και Αρμεναίοι. Αλλά εγώ, για να είμαι ειλικρινής, δεν πρόκανα, όταν πήγα το ’27, όλα τα μαγαζιά στην οδό Κλεισούρας ήταν όλοι πρόσφυγοι (…) καμιά πενηνταριά μαγαζιά.» (Παπαδόπουλος, 1982: 77).

Η ημερήσια εργασία ήταν 15 –16 ώρες, ιδιαίτερα για την εποχή αιχμής (ρακοκάζανα, καζάνια για βάψιμο μαλλιών). Μετά το 1955 αρχίζει η κρίση. Η εισροή του αλουμινίου και η αλλαγή του τρόπου ζωής μαζί με τις νέες πηγές οικιακής ενέργειας βάζουν τέλος στην τεχνική του σφυρήλατου χαλκού. Η περίοδος 1955 – 75 είναι η περίοδος του τέλους. Οι γηραιότεροι διατηρούν ακόμη τα εργαστήρια, γιατί δεν μπορούν ν’ αλλάξουν επάγγελμα. Οι νεότεροι αλλάζουν. Μερικοί γίνονται υαλοπώλες. Μετά το ’70 παρατηρείται μια μικρή στροφή στα χάλκινα λόγω τουρισμού και η τάση για επιστροφή στις ρίζες. Ο Θωμάς Βουλγαράκης, ένας από τους Τελευταίους τεχνίτες χαλκουργούς και ιδιοκτήτης εργαστηρίου στην οδό Κλεισούρας λέει :
– Είχε πολλή δουλειά, αλλά είχε φτώχια πάλι. Γιατί είχε ανταγωνισμό, χτυπιότανε οι τιμές. Αυτό ήτανε, ζούσαν πάλι φτωχικά.
– Για πια χρονιά μιλάτε;
– Από το ’45 και μετά. Η Κλεισούρας ήταν γεμάτη και η Χαλκέων, από πάνω μέχρι κάτω (όχι κάτω από την Εγνατία), 50 οικογένειες. Είχε και παρακλάδια. Κάτι μικρομάγαζα, που ήταν στους συνοικισμούς, δουλεύανε φασόν. Καμιά πενηνταριά μικρομάγαζα στο Βαρδάρη, στις Συκιές…
– Τι αντικείμενα φτιάχνατε εκείνη την εποχή;
– Ε να, τα είδη μαγειρικής, καθημερινής χρήσης. Τώρα μόνο για διακοσμητικά, κι αυτό λίγο είναι. Γιατί μαυρίζουν, δεν τα παίρνει ο κόσμος. Η δουλειά δεν έχει μέλλον. Τώρα βγήκε το ανοξείδωτο. Να πάρεις χαλκό και να τον γανώσεις? Αφού κι εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε χαλκό στο σπίτι μας. Γι’ αυτό σου λέω, αυτή η δουλειά χάλασε, έλειψε, δεν υπάρχει πια.
– Οι πελάτες σας ήταν κυρίως Θεσσαλονικείς;
– Όχι, οι πελάτες από επαρχίες όλοι. Όλες οι επαρχίες. Κυρίως η Δ. Μακεδονία.
– Η πιο καλή εποχή για τη δουλειά που θυμάστε;
– Η πιο καλή εποχή ήτανε από το ’50 μέχρι το ’80, τριάντα χρόνια. Εγώ άνοιξα μαγαζί το ’58. Ανοίξαμε στο Βαρδάρη φτωχικά. Δεν μπορούσες να πάρεις εδώ μαγαζί εκείνη την εποχή, λόγω του ενοικίου. Όσοι είχαν, ήταν με παλιό ενοικιοστάσιο.
– Υπήρχε το ’50 κάποιο είδος παζαριού στην περιοχή;
– Φρούτα μόνο. Πάγκοι με φρούτα. Όλοι οι δρόμοι μπροστά από τα μαγαζιά ήταν γεμάτοι με πάγκους. Μετά τα πήγανε στην πλατεία Δικαστηρίων και κάνανε παράγκες.
– Η περιοχή πώς ήτανε;
– Χώμα ήτανε, όταν φυσούσε γέμιζε σκόνη.
– Υπήρχε κάποιο ειδικό σκεύος;
– Ένα τηγάνι με βαθουλώματα. Κάνανε αυγά με αυτό . Εβραϊκό σύστημα. Ενός Εβραίου ο γιος είχε και μαγαζί εδώ.
– Οι Εβραίοι χρησιμοποιούσαν διαφορετικά χάλκινα σκεύη;
– Όχι, μόνο ένα θερμοσίφωνα θυμάμαι, που είχε μια λεκάνη στο κάτω μέρος, ήταν ψηλό και κάτω είχε τη φουφού το ζέσταινε, και είχε τη λεκάνη που κάνανε μπάνιο. Αυτό και το τηγάνι θυμάμαι, τίποτε άλλο.
– Λένε ότι το χάλκινο σκεύος μαγειρεύει νοστιμότερα;
– Το φαγητό μένει ώρα μέσα, έχει μια νοστιμάδα, έτσι λένε μερικοί. Τώρα το πόσο νόστιμο ήταν; Γιατί ατμός έφευγε από το καπάκι.
– Εδώ ήταν το εργαστήριο;
– Ήταν, τώρα έσβησε.
– Ποιοι είναι οι πελάτες τώρα;
– Κανένας, μόνο κάνα φύλλο πουλάμε για τη «λαϊκή τέχνη». Πάμε για κλείσιμο. Δε σε λογαριάζει κανένας. Η Θεσσαλονίκη είχε 50 – 100 καροποιούς. Λογάριασε κανείς που κλείσανε; Ευτυχώς οι περισσότεροι που δουλεύανε (χαλκωματάδες) ζούσαν την εποχή που έζησε και το επάγγελμα…
(Προφορική καταγραφή)

Σήμερα στην οδό Κλεισούρας και στην οδό Χαλκέων λίγα μαγαζιά με χαλκώματα έμειναν. Δεν «ζει» το επάγγελμα όπως λέει και ο τεχνίτης του. Το σύμβολό του όμως είναι ακόμη εκεί. Η κόκκινη εκκλησιά, η Παναγία Χαλκέων, επισκευασμένη και σε λειτουργία. Θυμίζει ακόμη την εποχή που ο τεχνίτης Καλομενίδης Βασίλης αναφέρει : «…Σωματείο κάναμε το 1923 (…) Μόνο χαλκουργοί ήσαν στο σωματείο. Στην Κόκκινη Εκκλησιά κάναμε λειτουργία όλο το σωματείο, Μαρτίου 9, όταν γιορτάζει η εκκλησία. Συνάμα δε, εκείνη την εκκλησία θεμέλια εμείς οι μπακιρτζήδες εβάλαμε, όταν λειτούργησε πρώτη φορά. Η εκκλησία είναι παλιά, αλλά ήταν άχρηστη, ήταν νεκρή, ούτε παπά είχε μέσα. Τότε άρχισε να λειτουργεί ξανά, το 1923.» (Παπαδόπουλος, 1982: 193).

Σήμερα ο χώρος γύρω της ονομάζεται ακόμη πλατεία Δικαστηρίων. Δίπλα της βρίσκει αποκούμπι και μεροκάματο ακόμη και στις μέρες μας η προσφυγιά. Μια λειτουργία, ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται. Μόνο που οι νέοι πρόσφυγες, παλιννοστούντες ονομάζονται, δεν επιδίδονται στη δημιουργία του τεχνίτη, αλλά στο αμφίβολο μεροκάματο του μικροπωλητή. Ίδιος τόπος άλλοι καιροί.

10. ΛΟΥΤΡΑ - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ

Η καθαρτήριος  και ζωογόνος δύναμη του νερού, τόσο ως φυσική διαδικασία, όσο και ως πνευματική, ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους, αρκεί να αναφέρουμε τις μυθολογικές παραδόσεις του ζωογόνου ρόλου της βροχής στη συνεύρεση των αρχέγονων θεοτήτων Ουρανού και Γαίας, της χθόνιας προέλευσης των πηγών, που ως σημεία επαφής του γήινου πάνω κόσμου με το σκοτεινό κάτω κόσμο έχουν ανάγκη τερατόμορφων και δρακόμορφων φυλάκων, των χιλιάδων μικρών και μεγάλων θεοτήτων που συνδέονται με το νερό. Η δύναμη αυτή του νερού δηλωνόταν και από την αναγκαία ύπαρξή του σε κάθε αρχαιοελληνικό ναό, απαραίτητο στοιχείο καθαρμού πριν από κάθε ιερουργικό τελετουργικό. Στην ίδια διαδικασία καθαρμού εντάσσεται και ο ρόλος της Κασταλίας πηγής στους Δελφούς. Η λούση – καθαρμός ψυχής και σώματος - αποτελεί λειτουργικό στοιχείο των σύγχρονων θρησκειών του κόσμου και είναι συνυφασμένη με τους σπουδαιότερους θρησκευτικούς σταθμούς της ανθρώπινης ζωής, όπως η βάπτιση στο χριστιανισμό, η καθαρτήρια δύναμη του θεού – ποταμού Γάγγη στον ινδουισμό και η λούση – πλύση πριν από κάθε ιερουργία ή προσευχή στον μουσουλμανισμό.

Η διαδικασία της λούσης – κάθαρσης ιστορικά συνδέθηκε και με κοινωνικές διαδικασίες, όπως της συνεύρεσης, επικοινωνίας και διασκέδασης, αφού οι χώροι λατρείας λειτουργούσαν και ως χώροι ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων. Ιδιαίτερα τη ρωμαϊκή περίοδο, οι απλές ελληνικές κατασκευές λούσης με κρύο νερό διαμορφώθηκαν σταδιακά σε μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα με ποικίλες δραστηριότητες, με επίκεντρο πάντα το στοιχείο της λούσης με ζεστό ή κρύο νερό. Στους χώρους αυτούς, που αποτελούσαν απαραίτητο δομικό στοιχείο κάθε σημαντικού αστικού κέντρου, οι πολίτες περνούν ένα σημαντικό μέρος της ζωής τους. Ένα σημαντικό μέρος της λειτουργίας της αρχαίας ελληνικής αγοράς, συνέπεια της πτώσης των αρχών της άμεσης δημοκρατίας, μεταφέρεται στους πολυτελείς χώρους των ρωμαϊκών λουτρών. Αρχικά σε αυτά μπορούν να εισέλθουν μόνο γόνοι αριστοκρατικών οικογενειών. Με τη σταδιακή διεύρυνση της παροχής του τίτλου του ρωμαίου πολίτη, διευρύνεται και η πελατεία των λουτρών, γνωστά πλέον ως θέρμες ή βαλανεία, και ο ρόλος τους αποκτά πια το χαρακτήρα συγκέντρωσης και διασκέδασης.
 

Τον 1ο αι. π.Χ. παγιώνεται η τριμερής διάταξη των χώρων, που ουσιαστικά θα μείνει αναλλοίωτη στους ρωμαϊκούς, τους βυζαντινούς, αλλά και τους οθωμανικούς χρόνους. Η τριμερής αυτή χωρική διάταξη αποτελείται από : α) το Frigidarioum (χώρος υποδοχής και απόδυσης) – ο προθάλαμος της βυζαντινής περιόδου, β) το
Tepidarioum (χώρος περιποίησης του σώματος και εθισμού σε υψηλότερη θερμοκρασία) – το ψυχρολούσιον των βυζαντινών και γ) το Caldarioum (χώρος υψηλής θερμοκρασίας, εφίδρωσης, ατμόλουτρου και ολοκλήρωση της λούσης) – ο θερμός χώρος των βυζαντινών. Ο τέταρτος χώρος, στο πίσω μέρος του λουτρού ήταν η εστία (Praefurnium), όπου ζεσταίνονταν το νερό με καύση ξύλων σε ειδική μεταλλική δεξαμενή. Ο ζεστός αέρας – καπνός της καύσης των ξύλων ζέσταινε τους χώρους του λουτρού κυκλοφορώντας ανάμεσα στους κίονες των υποκαύστων  και στους τοίχους με τη βοήθεια ειδικών αεραγωγών – καπναγωγών. Στις ρωμαϊκές θέρμες υπήρχαν μεγάλες δεξαμενές ζεστού και κρύου νερού, που παρείχαν τη δυνατότητα εμβάπτισης του σώματος. Η λούση συνδυάζονταν συνήθως με αποτρίχωση των ποδιών και περιποίηση του σώματος με αιθέρια έλαια. Αρχικά η επίσκεψη γινόταν τις πρωινές ώρες προ του φαγητού, αλλά αργότερα η χρήση γενικεύτηκε σε όλη τη διάρκεια της ημέρας].

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους συνεχίστηκε η ρωμαϊκή παράδοση της ύπαρξης και χρήσης των λουτρών ως δομικών στοιχείων του κοινωνικοπολιτισμικού ιστού των πόλεων. Χωρίζονταν σε δυο μεγάλες κατηγορίες: 1) τα βαλανάρια, όπου γινόταν χρήση κοινού νερού (βυζαντινός λουτρώνας Θεσσαλονίκης) και 2) τις θέρμες (θερμά, θέρμα ή θερμία), όπου γινόταν χρήση ιαματικού ζεστού νερού (θέρμη Απολλωνίας). Η τριμερής διάταξη παραμένει και τα λουτρά συνήθως λειτουργούν ως διπλά, για άνδρες και για γυναίκες. Πιθανολογείται ότι στα μονά λουτρά υπήρχε πρόνοια χρήσης και από τα δυο φύλα, με ημερήσιο χρονικό προγραμματισμό.

Στη Θεσσαλονίκη έχει αναστηλωθεί σε μεγάλο βαθμό ο μικρός βυζαντινός λουτρώνας στην περιοχή της Άνω Πόλης, στο Κουλέ Καφέ, που χρησιμοποιήθηκε ως λουτρό μέχρι το 1940 και πιστεύεται ότι ήταν λουτρό που ανήκε σε μοναστήρι. Η διάταξη των χώρων του είναι χαρακτηριστική και δείχνει τη σύνδεση με τη ρωμαϊκή περίοδο καθώς και την άμεση σχέση της διάταξης των χώρων με την οθωμανική.
 
 

11. YAHUDI HAMAMI Ή HALIL AG A  HAMAMI

Σήμερα το λουτρό αυτό, πιο γνωστό ως «Λουλουδάδικα», είναι από τα λίγα εναπομείναντα μεγάλα δημόσια κτίρια των αρχών της Τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με τον περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί  φέρει την ονομασία Halil-aga-hamami το 17o  αι. (Τσελεμπί, 1991), που μάλλον παραπέμπει στον ιδρυτή του. Επίσης καταγράφεται και ως Pazar i Kebir hamami στα αρχεία του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας και σήμερα το μνημείο είναι καταγραμμένο στο αρχείο της Εφορείας Δημοσίων Κτιρίων ως Pazar Hamam με αριθμό Α.Κ. 8563. Η ονομασία αυτή «λουτρό της μεγάλης αγοράς» παραπέμπει σαφώς στη χωρική συνάφεια του μνημείου με τη σημαντικότερη αγορά της Θεσσαλονίκης. Αναφέρεται και ως Kandilar-hamami (λουτρό των γυναικών) που πιθανολογείται από την κ. Χατζητρύφωνος ότι παραπέμπει  στη χρήση μόνο του γυναικείου τμήματος του λουτρού, από ένα χρονικό σημείο και έπειτα, λόγω σοβαρών ζημιών του ανδρικού (Χατζητρύφωνος, 1989-90: 80). Γνωστό επίσης και ως Yahudi-hamami (εβραϊκό λουτρό) λόγω της θέσης του μέσα σε συνοικία Εβραίων, την Kulhan (εστία), που πρέπει να παραπέμπει  στην εστία του λουτρού (23). Στον 20ο αι. και ιδιαίτερα μετά την παύση λειτουργίας του ως λουτρού, που τοποθετείται μετά την κατάληψη της πόλης από τα ελληνικά στρατεύματα το 1912 και πιθανότατα μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 17,το κτίριο αποτέλεσε στέγη για διάφορους επαγγελματίες (24). Σε προφορική μαρτυρία του σημερινού «ιδιοκτήτη-χρήστη» της ταβέρνας «Λουτρός» καταγράφεται η πληροφορία ύπαρξης δημοσίων ουρητηρίων στη βόρεια πλευρά του κτιρίου που απομακρύνθηκαν για να εγκατασταθούν οι ανθοπώλες το 1951. Aπ’ εδώ προέκυψε και η νέα ονομασία του κτιρίου και της περιοχής «τα λουλουδάδικα ». Τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπάθεια από την 9η  Εφορία να απομακρυνθούν οι χρήστες του μνημείου, έχει επιτευχθεί  για το ανδρικό τμήμα, και να γίνει ολοκληρωμένη έρευνα καθώς και η συντήρησή του. Ταυτόχρονα  μετατοπίστηκαν τα μαγαζιά των ανθοπωλών ώστε να αποκαλυφθεί η βόρεια πλευρά του κτίσματος, αν και ακόμη μεγάλο τμήμα της, περίπου 3μ., βρίσκεται κάτω από το σημερινό επίπεδο των γύρω δρόμων.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ  ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Τα οθωμανικά λουτρά ήταν κτίσματα που, μαζί με τα τζαμιά και τα μπεζεστένια, αποτελούσαν τα βασικά στοιχεία αναφοράς μιας μουσουλμανικής πόλης. Τα λουτρά μάλιστα θεωρούνταν κτίρια συνοδείας των κεντρικών τζαμιών και αποτελούσαν μαζί με αυτά κέντρα αστικής-θρησκευτικής ζωής. Ήταν κατά συνέπεια λογική η ισοκατανομή τους στις μουσουλμανικές συνοικίες. Φαίνεται λοιπόν πολύ πιθανό, αν και δεν έχει βρεθεί ακόμη η επιγραφή της κυρίας εισόδου που κατά παράδοση δίνει τη χρονολογία κατασκευής αλλά και άλλα συμπληρωματικά στοιχεία, να είναι κτίσμα της πρώτης περιόδου της Τουρκοκρατίας (25), πρo της έλευσης και της εγκατάστασης των Εβραίων στην περιοχή. H θέση κατασκευής του λουτρού κοντά στην περιοχή της βυζαντινής αγοράς, κοντά στην Εγνατία οδό, στο μπεζεστένι και στο λιμάνι, καθώς και η ονομασία «λουτρό της μεγάλης αγοράς», αποτελούν στοιχεία που ενισχύουν τη θέση ότι το εν λόγω λουτρό κτίστηκε ως κέντρο αστικο-θρησκευτικής ζωής σε μια σαφώς καλά επιλεγμένη θέση (26).
Η εγκατάσταση των πρώτων Εβραίων Σεφαραδίμ το 1492 στην περιοχή ανάμεσα στην Εγνατία και τα παραθαλάσσια τείχη, στην αραιοκατοικημένη βυζαντινή συνοικία της Αγίας Πελαγίας, μετά από άδεια του σουλτάνου, μετάβαλε βαθμιαία την περιοχή του λουτρού από αραιοκατοικημένη μικτή συνοικία, μουσουλμάνων και χριστιανών, σε πυκνοκατοικημένη χωρίς καμιά ρυμοτομία εβραϊκή συνοικία. Η παλιά συνοικία της Αγίας Πελαγίας παύει να αναφέρεται από τον 16ο  αι. και χωρίζεται σε μικρότερες εβραϊκές συνοικίες που δημιουργούνται γύρω από συναγωγές. Λίγο βορειότερα από το λουτρό κτίστηκε η κεντρική συναγωγή Ταλμούδ Τορά (1520), στο χώρο της σημερινής αγοράς Βλάλη, και όπου λειτούργησε σχολή φιλοσοφίας και θεολογίας με πανευρωπαΐκή φήμη].

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ

Η αρχιτεκτονική του κτιρίου είναι άμεσα συνυφασμένη με τη χρήση του ως λουτρού. Είναι αναγκαίο λοιπόν να κατανοήσουμε τη διαδικασία λούσης σύμφωνα με τη θρησκεία και την παράδοσή τους. Κατά την κ. Χατζητρύφωνος « Η βασική σύλληψη της διαδικασίας της λούσης-καθαρισμού του σώματος είναι έτσι ορισμένη, ώστε ο επισκέπτης του χαμάμ να φτάσει βαθμιαία, σχεδόν ιεροτελεστικά, στον επιθυμητό βαθμό φυσικής και πνευματικής «κάθαρσης» μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, καθαριότητα σώματος που συμβαδίζει με την καλή υγεία, την καλή φυσική κατάσταση, την πνευματική και σωματική χαλάρωση, την απόλαυση.» (Χατζητρύφωνος, 1989-90: 88). Υπάρχουν τρεις φάσεις που καθορίζουν και αντιστοιχούν τη χρήση και τη διάρθρωση των χώρων ενός χαμάμ. Οι φάσεις αυτές υπάρχουν και στα θερμά λουτρά προηγούμενων περιόδων και πολιτισμών, τόσο στο ρωμαϊκό όσο και στο βυζαντινό πολιτισμό. Οι φάσεις αυτές είναι : 1) η φάση ξεκούρασης και προετοιμασίας,  2) η φάση περάσματος στη ζεστή λούση και προσαρμογή σε υψηλότερες θερμοκρασίες και 3) η φάση ζεστής λούσης – καθαρισμού.
Σημαντική διάσταση των χαμάμ είναι η κοινωνική, αφού καλύπτουν κοινωνικές ανάγκες συνεύρεσης και επικοινωνίας, ιδιαίτερα για τις γυναίκες, που η μουσουλμανική παράδοση έχει περιορισμένες στο σπίτι. Έτσι αρχιτεκτονικά επηρεάζεται ιδίως ο χώρος υποδοχής – προετοιμασίας, αφού εκεί οι λουόμενοι περνούν τον περισσότερο χρόνο τους.
Σύμφωνα με τις επιταγές του Κορανίου μόνο το τρεχούμενο νερό εξαγνίζει και κατά συνέπεια η διαδικασία λούσης στα χαμάμ γίνεται μόνο με νερό που χύνεται στο σώμα με ειδικά σκεύη και όχι με εμβάπτιση σε λουτήρα (χαβούζα). Μπανιέρες υπήρχαν μόνο  στα «καπλιτζά», τα ιαματικά λουτρά, και στα λουτρά όπου προβλεπόταν χρήση για τους Εβραίους. Στο Yehudi hamami δε βρέθηκαν μέχρι στιγμής τέτοιες, παρ’ όλο πως γνωρίζουμε ότι το χρησιμοποιούσαν και οι Εβραίοι και πως η ονομασία Yehudi  είναι χρηστική. Όσον αφορά  τον μουσουλμανικό πληθυσμό, γνωρίζουμε ότι κάθε μουσουλμάνος  ήταν και είναι υποχρεωμένος σε συμβολικό εξαγνισμό – λούση με τρεχούμενο νερό πριν από κάθε αυστηρά καθορισμένο θρησκευτικό καθήκον.

Το Yehudi hamami  καλύπτει έκταση 752,5 τ.μ. και το επίπεδο του αρχικού δαπέδου του βρίσκεται περίπου 3μ. κάτω από το επίπεδο των σημερινών δρόμων. Είναι διπλό χαμάμ ανδρών–γυναικών και είναι κατασκευασμένο σε δυο λειτουργικές ενότητες : 1) το μεγάλο θολωτό ψυχρό χώρο των αποδυτηρίων και 2) τους ζεστούς χώρους.
Οι δυο χώροι διαφέρουν κατασκευαστικά και χωρίζονται με αρμό διαστολής, ώστε να αντιμετωπίζονται οι διαστολές – συστολές λόγω διαφορών θερμοκρασίας. Ο ψυχρός χώρος (camegah) είναι θεμελιωμένος απ’ ευθείας στο έδαφος και έχει αντιμετωπίσει στατικά πολύ καλύτερα τους σεισμούς και τις ανθρώπινες παρεμβάσεις, ενώ οι ζεστοί χώροι «πατούν» στους κίονες των υποκαύστων, ώστε να θερμαίνεται με την κυκλοφορία ζεστού αέρα. Συνεπώς το τμήμα αυτό αντιμετώπισε στατικά χειρότερα τους σεισμούς, που δημιούργησαν μεγάλες ρηγματώσεις.

Οι ζεστοί χώροι είναι κατά σειρά 1) ο μεταβατικός ( sokukluk ), 2) o χλιαρός     ( meydan) και 3) ο πολύ ζεστός ( halvet ) και είναι σε παράθεση , σύμφωνα με το τυπικό των οθωμανικών λουτρών. Παρ’ όλο που υπάρχει μια έντονη τάση για κατά μήκος συμμετρία ανδρικού και γυναικείου τμήματος, το ανδρικό, σύμφωνα με την κρατούσα  οθωμανική κοινωνική αντίληψη, είναι μεγαλύτερο και ψηλότερο.

Στο πίσω μέρος υπήρχε η δεξαμενή νερού, το καζάνι, η εστία και ο χώρος των θερμαστών, που ονομάζονταν Kulhan, και που σήμερα πλην του χώρου της δεξαμενής και τμήματος της εστίας δε σώζονται.

ΧΩΡΟΙ – ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ – ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
Α. ΨΥΧΡΟΙ  ΧΩΡΟΙ
Ο  χώρος  των ανδρικών αποδυτηρίων έχει τετράγωνη κάτοψη (πλ. 10,50μ.) όπως και του γυναικείου (πλ. 9.80μ.). Οι τρούλοι τους είναι πλινθόκτιστοι ημισφαιρικοί. Τα παράθυρα του χώρου βρίσκονται προς τις οδούς Φραγκίνη ( Pazar Hamami   επί Τουρκοκρατίας ) και Βασ. Ηρακλείου. Η κύρια είσοδος του ανδρικού τμήματος βρίσκεται στο κέντρο του βόρειου τοίχου, επί της οδού Βασ. Ηρακλείου (Buyuk Pazar επί Τουρκοκρατίας) κάτω από το επίπεδο του σημερινού οδοστρώματος. Η είσοδος του γυναικείου τμήματος ήταν επί της οδού Κομνηνών  (Salhane  επί Τουρκοκρατίας)  στο μέσο της ανατολικής πλευράς, επίσης κάτω από το σημερινό οδόστρωμα. Τόσο στο ανδρικό τμήμα των αποδυτηρίων, όσο και στο γυναικείο, υπήρχαν δυο επίπεδα λειτουργίας : ο ισογειος χώρος και ο όροφος, ξυλοκατασκευή όπου υπήρχαν  οι ιδιαίτεροι  χώροι  ανάπαυσης, πριν και μετά τη λούση (27).

Β. ΖΕΣΤΟΙ  ΧΩΡΟΙ
Στο ανδρικό τμήμα οι ζεστοί χώροι αρχίζουν με τους λεγόμενους μεταβατικούς Α2 και Α3 στο σχέδιο κάτοψης του κτιρίου. Ο Α2 είναι μικρό σχετικά δωμάτιο, τετράγωνο (πλ. 3,30 μ.). Ο κύριος χώρος Α3  είναι μεγαλύτερος με ορθογώνια κάτοψη και με πλινθόκτιστο τρούλο πλούσια διακοσμημένο. Στη συνέχεια αυτού του χώρου  βρίσκονται τα αποχωρητήρια. Ακολουθεί η ενότητα των κυρίως ζεστών χώρων, τεσσάρων τον αριθμό, που η κάτοψη του κεντρικού και μεγαλύτερου (Α6), έχει σχήμα Τ. Στη μέση της νοτιοδυτικής πλευράς υπάρχει  μεγάλη και πλούσια διακοσμημένη κόγχη – μιχράμπ (28). Έχει σχήμα τριγώνου και είναι διακοσμημένη  με ανάγλυφους σταλακτίτες τριγωνικής μορφής από γυψοκονίαμα. Ο χώρος καλύπτεται  με τρούλο διαμέτρου 3μ. Το δάπεδο φέρει μαρμάρινες πλάκες με κλίση προς το νότο για απομάκρυνση των νερών λούσης. Οι κιονίσκοι των υποκαύστων  έχουν υποχωρήσει και για την κάλυψη των στατικών αναγκών του οικοδομήματος έχουν ξαναφτιαχτεί. Στο ανατολικό τμήμα του χώρου υπάρχουν καπναγωγοί  κτιστοί για τον εξαερισμό των υποκαύστων. Ο κεντρικός αυτός χώρος επικοινωνεί με κλίμακα με τον χώρο Α7, που φέρει τρούλο με διακόσμηση σε σχήμα αστεριού και βρίσκεται χαμηλότερα από τους υπόλοιπους χώρους (4 μ. κάτω από το σημερινό οδόστρωμα). Το δάπεδό του φέρει την αρχική πλακόστρωση. Νότια ο κεντρικός χώρος, συμμετρικά δεξιά και αριστερά της κόγχης – μιχράμπ, επικοινωνεί με τα δυο πολύ ζεστά διαμερίσματα Α8 και Α9, που βρίσκονται δίπλα στη δεξαμενή Δ και φέρουν τρούλους. Ο Α8 συγκοινωνούσε με άνοιγμα με το χώρο της δεξαμενής, κυρίως για την απελευθέρωση καυτού ατμού, όταν ήταν επιθυμητό από τους λουόμενους. Στους χώρους αυτούς, έντονης εφίδρωσης, η θερμοκρασία έφτανε τους 80 ° C  και  ακόμη σώζονται τα κτιστά, μαρμαροκαλυμμένα πεζούλια , οι μαρμάρινες γούρνες και οι εσοχές, που ήταν οι βρύσες του ζεστού και του κρύου νερού.
Στο γυναικείο τμήμα ο χώρος αποδυτηρίων επικοινωνεί  με τον κυρίως μεταβατικό χλιαρό  με έναν διάδρομο. Ο μεταβατικός χλιαρός χώρος έχει ορθογώνιο σχήμα  ( 3 μ. Χ  4,3 μ.), φέρει εξαγωνικό τρούλο και επικοινωνούσε με χώρους υγιεινής που σήμερα είναι κατεστραμμένοι, λόγω των επεμβάσεων για τη λειτουργία τους ως επαγγελματικοί χώροι. Το ζεστό τμήμα είναι επίμηκες  ορθογώνιο και φέρει τρούλο σε εξάγωνη βάση.Ένας ακόμη χώρος, πιθανόν ο χώρος αποτρίχωσης, φέρει επίσης τρουλίσκο. Οι πολύ ζεστοί χώροι του γυναικείου τμήματος είναι δύο συμμετρικοί και όμοιοι σε διαστάσεις με τους ανδρικούς και καλύπτονται με όμοιους τρούλους.
Ο φυσικός φωτισμός σε όλους τους χώρους της ζεστής ενότητας γίνεται κυρίως από οπές που υπάρχουν στους τρούλους και που κλείνονται από γυάλινα «ποτήρια». Στους μεγαλύτερους τρούλους της ζεστής ενότητας καθώς και σ’ αυτούς της  ψυχρής, ο φωτισμός γίνεται και από φωταγωγό, που κατασκευαστικά ήταν συνδεμένος με την οπή στην κλείδα των τρούλων και από τα παράθυρα της επάνω ζώνης. Πιθανολογείται και η ύπαρξη παραθύρων και στην κάτω ζώνη, κάτω από το επίπεδο του σημερινού οδοστρώματος. Ο εξαερισμός γινόταν από κεραμικές σωληνώσεις  (10 εκ. διάμετρος), που περνούν στις γωνίες των χώρων.
Ο χώρος της δεξαμενής νερού είναι επιμήκης, καμαροσκεπής και στο κέντρο του νότιου τοίχου υπάρχει ο καπναγωγός της εστίας.
 
 

Τα γυάλινα "ποτήρια" των οπών φωτισμού 
ΤΡΟΠΟΣ  ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ  -  ΥΛΙΚΑ  ΔΟΜΗΣ

΄Ολο  το λουτρό είναι κατασκευασμένο από πέτρα και πλίνθους, με πλινθοπερίκλειστο τρόπο δόμησης. Οι οριζόντιες ζώνες πλίνθων αποτελούνται από δύο σειρές όπως και τα κάθετα διαχωριστικά στοιχεία ανάμεσα στις πέτρες. Οι τρούλοι είναι πλινθόκτιστοι, κεραμοσκεπείς όπως και οι στέγες. Οι πλίνθοι έχουν διαστάσεις 40Χ30Χ3 εκ. και συνδέονται με ισχυρό ασβεστοκονίαμα. Οι τοίχοι έχουν πάχος 80 ως 120 εκ., με τους εξωτερικούς παχύτερους των εσωτερικών. Οι τοίχοι κάτω ακριβώς από τους κεραμοσκεπείς τρούλους, στέφονται με διπλή οδοντωτή πλίθινη ταινία.

ΧΡΗΣΗ
Τα χαμάμ, όπως ήδη έχει δηλωθεί, είχαν χαρακτήρα θρησκευτικό και κοινωνικό. Η θρησκευτική κάθαρση πριν από κάθε θρησκευτική ιεροτελεστία και η υγιεινή του σώματος ήταν διαδικασίες παράλληλες, που αφορούσαν όχι μόνο το μουσουλμανικό πληθυσμό, αλλά και τις υπόλοιπες κοινότητες. Αν μάλιστα γνωρίζουμε ότι το δίκτυο ύδρευσης της Θεσσαλονίκης ήταν ανεπαρκέστατο (29)  και ότι ελάχιστες μόνο προνομιούχες και πλούσιες οικογένειες διέθεταν τους απαραίτητους χώρους, τα αναγκαία υλικά και φυσικά το πολύτιμο νερό για λούση, τότε αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα των λουτρών.
«Το χαμάμ ήταν οικοδομήματα με χονδρούς πέτρινους τοίχους, που αντί για κεραμοσκεπή είχαν έναν μεγάλο ή πολλούς μικρούς πέτρινους θόλους με φεγγίτες, για να φωτίζεται το εσωτερικό τους. Βρίσκονταν συνήθως κοντά σε τζαμιά, για να γίνεται, συγχρόνως με τον σωματικό, και ο πνευματικός καθαρμός. Οι άνδρες έμπαιναν στο χαμάμ από την κεντρική είσοδο. Οι γυναίκες έμπαιναν συνήθως από μια δευτερεύουσα λιγότερο μεγαλοπρεπή πόρτα. Καθώς μπαίναμε στο χαμάμ βρισκόμασταν στον προθάλαμο με το ταμείο και τα ντουλάπια με τα πεστιμάλια, δηλαδή τις ενοικιαζόμενες πετσέτες – για όσους δεν έφερναν δικές τους. Οι γυναίκες που πήγαιναν στο χαμάμ, δεν είχαν ανάγκη τα πεστιμάλια, αφού κουβαλούσαν μαζί τους μπογαλάκια με καθαρά ρούχα, μπουρνούζια, κολόνιες και φαγώσιμα. Με όλα αυτά τα εφόδια, πήγαιναν στα αποδυτήρια, κάτι καμαρούλες με δερμάτινους καναπέδες, ξεντύνονταν τελείως, τυλίγονταν στα χρωματιστά μπουρνούζια και περνούσαν στον πρώτο θάλαμο. Στον λεγόμενο σουγιουκλούκ η θερμοκρασία ήταν γύρω στους 20° C κι εκεί κάθονταν για λίγο, ώσπου να συνηθίσουν. Περνούσαν κατόπιν στον δεύτερο θάλαμο, τον σικακλούκ, με θερμοκρασία γύρω στους 40° C και κάθονταν στους μαρμάρινους πάγκους ώσπου να ιδρώσουν. Από εκεί, περνούσαν στον τρίτο θάλαμο, τον γκεμπεκτάς στον οποίο η θερμοκρασία ήταν πολύ υψηλή εξ αιτίας των ατμών απ’ το νερό της χαβούζας, που θερμαινόταν με υπόγειους αγωγούς. Εκεί, παραδίνονταν στα χέρια της μαλάκτριας        (στου μαλάκτη οι άνδρες), που έτριβαν τους λουόμενους  ώσπου να φύγει από πάνω τους η βρωμιά. …Όταν οι γυναίκες τελείωναν το λουτρό, αποσύρονταν στα αποδυτήρια, άναβαν τα καφόμπρικα κι έπιναν τον καφέ τους κουβεντιάζοντας. Τις απασχολούσαν κυρίως τα όσα έβλεπαν στο λουτρό, στον μοναδικό χώρο στον οποίο εμφανίζονταν τότε οι γυναίκες δίχως τα πολλά τους ρούχα. Κατά το μεσημέρι, βγάζαν τα φαγώσιμα από τα ζεμπίλια τους και το στρώναν το φλιτζάνι – αφού λίγο πολύ ήξερε η καθεμιά τα όνειρα και του καημούς της άλλης- και κατά το σούρουπο φεύγανε για τα σπίτια τους.» (Τομανάς, 1997: 33-34).
Η ΣΤ' τάξη του 12ου Δ.Σ. Πολίχνης, τη σχολική χρονιά 1995 –96, ασχολήθηκε, σε μια διαδικασία project, με τα μνημεία που περιζώνουν την κεντρική αγορά της Θεσσαλονίκης, συμμετέχοντας στο πρόγραμμα του ευρωπαϊκού συμβουλίου «πόλη κάτω από την πόλη». Όσον αφορά τη χρήση του λουτρού καταγράφει : «Οι λουόμενοι των οθωμανικών λουτρών απευθύνονταν στον προϊστάμενο του λουτρού   (που συχνά ήταν ο ίδιος ο επιχειρηματίας) κατά την είσοδό τους σε αυτό και αφού πλήρωναν είχαν στη διάθεσή τους τσόκαρα και το υπηρετικό προσωπικό του λουτρού. Τα παπούτσια αφήνονταν κάτω από το ξύλινο υπερυψωμένο δάπεδο, που βρισκόταν περιμετρικά στο αποδυτήριο, σε ειδικές θέσεις – όταν στο λουτρό δεν υπήρχε ξύλινος εξώστης – και από τη στιγμή εκείνη, οι λουόμενοι κυκλοφορούσαν με τσόκαρα. Η δυναμικότητα ενός χαμάμ εκφραζόταν συνήθως με αριθμό ζευγών παπουτσιών. Στις υπηρεσίες που πρόσφερε το χαμάμ ήταν και το μασάζ με προσωπικό τρίχινο γάντι, που γινόταν από ειδικευμένα άτομα. Είναι χαρακτηριστική η συνομιλία μας με κάποιον ηλικιωμένο, που βρήκαμε στην επίσκεψή μας στην αγορά του Μοδιάνο. Κρίνοντας από την ηλικία του, τον ρωτήσαμε αν έκανε ποτέ μπάνιο στα λουτρά Παράδεισος. Η απάντησή του : «Φυσικά! Εκείνο ήταν μπάνιο καθαριότητας. Κάνετε τώρα κι εσείς μπάνιο! Εκεί πάνω στην πέτρα της  κοιλιάς, μ’ ένα τρίχινο γάντι, σου κάνανε ένα μασάζ, που έβγαζε όλη τη βρώμα. Όλο το «κριθάρι». Άνοιγαν όλοι οι πόροι του δέρματος και τα κύτταρα ξαναγεννιόταν.»
Η χλιαρή, ελαφρά θερμαινόμενη αίθουσα, χρησίμευε σαν μεταβατικό διαμέρισμα, όπου προετοιμαζόταν το σώμα για να μπεί στο θερμό λουτρό. Λειτουργούσε επίσης και σαν αίθουσα για φωτόλουτρα, από το φως που έμπαινε από τους γυάλινους φεγγίτες των θόλων. Δεν είναι τυχαίο ότι τα λουτρά, πέρα από τη σωματική καθαριότητα, θεωρούνταν «ο βουβός γιατρός», που θεραπεύει από πολλές παθήσεις, ιδιαίτερα τις ρευματοπάθειες. Ο λουόμενος, αφού συνήθιζε τη θερμοκρασία του ζεστού χώρου –μεταξύ 30 – 40 °C, περνούσε σε έναν από τους ατομικούς θερμούς χώρους, όπου η θερμοκρασία ξεπερνούσε κατά πολύ τους 40° C και έμενε μέχρις ότου να ολοκληρωθεί η εφίδρωσή του. Μέσα σε κόγχες (τρύπες) του χώρου αυτού, υπήρχαν τοποθετημένα καλλυντικά λάδια και αρώματα, με τα οποία συμπληρώνονταν ο καθαρισμός του σώματος.»

ΤΟ  YAHUDI  HAMAMI  ΚΑΙ  Η  ΑΓΟΡΑ

Η περιοχή  της κυρίως αγοράς της Θεσσαλονίκης  σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, που ακόμη και σήμερα σε κάποιους τομείς, ιδιαίτερα της διατροφής και ένδυσης, την παλιά της αίγλη, οριζόταν από την Εγνατία ως τη νότια πλευρά της εκκλησίας του Αγίου Μηνά. Ανατολικά έφτανε  περίπου από την Παναγία Χαλκέων ως το Yahudi hamami, ενώ δυτικό όριό της  είχε τη λεωφόρο Yali Kapisi (Πύλη της Παραλίας, η σημερινή Ίωνος Δραγούμη). Η  οδός Sabrι Paσa (η σημερινή Βενιζέλου), χώριζε την αγορά σε δυο τμήματα, που το ανατολικό ήταν αποκλειστικά στα χέρια των Εβραίων και το δυτικό στα χέρια κυρίως των Τούρκων (Δημητριάδης, 1983: 190) [Δ 5 / 1].
Το λουτρό της Αγοράς ανήκει τοπογραφικά και χρηστικά, ως τόπος κοινωνικής συνεύρεσης και υγιεινής, στο χώρο της εβραϊκής αγοράς. Λίγο βορειότερα βρισκόταν η πλατεία Ραββινίας (σημ. πλ. Βλάλη), όπου βρισκόταν το πνευματικό κέντρο των Εβραίων της πόλης. Η πλατεία Ραββινίας ήταν το κέντρο της εβραϊκής συνοικίας Kadi και  σ’ αυτήν βρισκόταν η περίφημη εβραϊκή σχολή  Talmuth – Tora, στον δρόμο Buyuk Havra (Μεγάλη Συναγωγή), που προσείλκυε εκατοντάδες σπουδαστές του εβραϊκού νόμου και της θεολογίας απ’ όλα τα μέρη της Ευρώπης. Στην συνοικία  αυτή βρισκόταν και η κεντρική κοινοτική συναγωγή της Θεσσαλονίκης Ταλμούδ Τορά Αγκαδόλ στο δρόμο της Μεγάλης Συναγωγής (σημ. Πάικου). Στη συνοικία Kulhan πιθανολογείται και η ύπαρξη της συναγωγής Σάρα, επί της οδού Buyuk Pazar (Βασ. Ηρακλείου) όπου ακόμη λειτουργεί η μια από τις δυο εναπομείνασες συναγωγές (Βασ. Ηρακλείου 24).
Η συνοικία Kulhan, σύμφωνα με την απογραφή του 1906 είχε 26 σπίτια, 26 καταστήματα, δυο εργαστήρια,  επτά ποτοπωλεία, δυο φούρνους, δυο εργοστάσια ποτοποιίας και δυο στάβλους  (Δημητριάδης, 1983: 171). Η συνοικία οριζόταν από τους δρόμους Namiaz (Φανής Σπίθα που δεν υφίσταται πλέον), Buyuk Pazar, Kadilar Hamami (η παλιά, πριν το 17, Βαλαωρίτου) και την οδό Kapanca (η παλιά Τσιμισκή). Γύρω στο λουτρό υπήρχαν οι δρόμοι Pazar Hamami (Φραγγίνη), Yogurtci (=Γιαουρτζής, Β. Παπάζογλου, δεν υπάρχει πια) και Salhane (Κισσάβου).
Στον ευρύτερο χώρο της Αγοράς, υπήρχαν επί μέρους αγορές, μικρότερες, με χαρακτηριστικότερες ίσως το μπεζεστένι, που στέγαζε εσωτερικά την αγορά των πολύτιμων εμπορευμάτων (λεπτοϋφασμένα υφάσματα και χρυσά  αντικείμενα). Σήμερα στεγάζονται παρόμοια καταστήματα, εσωτερικά, καταστήματα υφασμάτων και ειδών ραπτικής και εξωτερικά, χρυσοχοεία.
Λίγο πιο κάτω υπήρχε το «Γυναικοπάζαρο» (Avret Pazari ή Karilar Pazari). Καταγράφεται επίσης η αγορά πωλητών μούστου (Sira Furusan), η ψαραγορά (Balik Pazar), η αγορά των κηροποιών (Mumcilar), των παντοφλάδων (Basmacilar). Δίπλα  στο Γυναικοπάζαρο υπήρχε αγορά με την ονομασία Istanbul Car?isi (Αγορά Κων/πολης), όπου υπήρχε και χάνι των γιων του Σαούλ Μοδιάνο. Η οδός Β. Ηρακλείου δυτικά ονομαζόταν Fincancilar (πωλητών φλιτζανιών), και ανατολικά Buyuk Pazar, όπου υπήρχαν 72 καταστήματα, 8 εργαστήρια 8 σπίτια, 2 σησαμελαιοτριβεία, 4 ποτοπωλεία, όλα  εβραϊκά (Δημητριάδης, 1983: 196).
Ο Εβλιγιά Τσελεμπί, τον 17ο αι., δίνει την ακόλουθη περιγραφή για την αγορά της Θεσσαλονίκης. «Τα τέσσερις χιλιάδες τετρακόσια μαγαζιά της πόλης στεγάζουν όλες τις τέχνες και τις ειδικότητες. Και είναι τα τόσες πολλές, που θα 'πρεπε να σταματήσω το ταξίδι μου, αν θα ήθελα να γράψω για όλες.
Το μπεζεστένι, όμως, της Θεσσαλονίκης είναι ένα υπέροχο κτίριο. Η στέγη του είναι σκεπασμένη με μολύβι και κλείνει με μια μεγάλη σιδερένια πόρτα. Ο επισκέπτης που θα πρωτομπεί, κυριολεκτικά τα χάνει και ζαλίζεται από το μόσχο, το ανμπέρι και τα’ άλλα μπαχάρια που ευωδιάζουν εκεί. Μέσα στο μπεζεστένι ζάμπλουτοι έμποροι μετρούν το χρυσάφι και τα άσπρα κι ο κρότος απ’ το μέτρημα δημιουργεί φρίκη στους καλούς φτωχούς ανθρώπους. Το πλήθος που συνωστίζεται για ν’ αγοράσει ή να πουλήσει, είναι απειράριθμο και ξεχύνεται στους τρακόσιους δρόμους. (Κάθε  δρόμος αντιστοιχεί και σ’ ένα εσνάφι, σαν ένα παράξενο μωσαϊκό).
Από τις αγορές, οι πιο σπουδαίες είναι : η Ταχτ – ουλ – Καλέ (Κάτω από το φρούριο), το περίφημο έξω απ’ τα τείχη : Μισίρ Ταρσί  (Αιγυπτιακή αγορά) και - μέσα στο φρούριο – το : Χαλιτζατζιλάρ – παζαρί  (Αγορά χαλιών). Ακόμα : το Καβαφλάρ – παζαρί  (Αγορά παπουτσιών – τα λεγόμενα  «Καβάφικα»), το Χαγιατλάρ Ταρσί  (Ραφτάδικα) κι η αγορά που πουλάνε καβούκια και τακιέδες.
Ξεχωριστό μαχαλά αποτελούν στην αγορά τα καπηλειά κι οι μποζαχανάδες. Είναι περίεργο θέαμα, γιατί εκεί συναντάς τύπους που είναι συνεχώς μεθυσμένοι. Οι πιο διεφθαρμένοι απ’ τους γκιαούρηδες συχνάζουν σ’ αυτά τα κρασοπουλειά και τις ταβέρνες. Συνολικά υπάρχουν τρακόσια σαράντα οκτώ απ’ αυτά και το καθένα τους μπορεί να φιλοξενήσει έως διακόσιους καβαλάρηδες ταξιδευτές – για ύπνο και κρασί – αφού είναι χάνια και σπίτια μαζί. Οι ταβερνιάρηδες πουλάνε ξεδιάντροπα κρασί και κερδίζουν παράδες με ουρά. Το πιο παράδοξο είναι – και δεν το έχω δει σε άλλο μέρος του κόσμου – πως οι ταβερνιάρηδες υπηρετούν τους επισκέπτες και τους θαμώνες με την βοήθεια των γυναικών και των παιδιών τους. Όμως είναι νόμος απαράβατος : όσο και να μεθύσει κανείς, δεν απλώνει χέρι στη γυναίκα ή στα παιδιά κι ούτε τους ενοχλεί με μεθυσμένα και πρόστυχα λόγια. Παρόλη τη φαινομενική αταξία, επικρατεί μεγάλη τάξη. Όλοι οι επαρχιώτες που έρχονται στην πόλη για ν’ αγοράσουν ή να πουλήσουν, καταλήγουν στο τέλος εκεί. Κι αφού πιουν άπειρες κούπες κρασί, φεύγουν.
Οι μποζαχανάδες είναι είκοσι, αλλά υπάρχουν και δεκαεπτά λαμπρά καφενεία. Σ’ αυτά μαζεύονται μουσικοί, τραγουδιστές, μετάχηδες, τζουτζέδες και βωμολόχοι, ψυχαγωγώντας τους πελάτες. Εκεί συχνάζουν κι οι ερωτόληπτοι, οι λιμοκοντόροι, οι ποιητές, οι ταξιδιώτες κι οι λόγιοι, περνώντας τις ώρες της ημέρας και της νύχτας και διασκεδάζοντας με τις καλές συντροφιές.» (Τσελεμπί, 1991: 117-118)
Ο δόκτωρ Κ.Α. Φέτσερ, έφεδρος ανθυπολοχαγός, γνώστης των αρχαίων ελληνικών, δημοσιογράφος της γερμανικής εφημερίδας «Τελευταίες ειδήσεις του Μονάχου», βρίσκεται το 1897 στη Θεσσαλονίκη ως ανταποκριτής του επικείμενου πολέμου. Ένα χρόνο αργότερα καταγράφει τις εμπειρίες του στο βιβλίο «Από τη Θεσσαλονίκη εκστρατεία της Τουρκίας 1897». Περιγράφει την πόλη και τη ζωή της : «Όποιος διασχίζει στη Θεσσαλονίκη με το αφάνταστα φτηνό τραμ το μακρύ δρόμο από τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Χαμιντιέ, όπου βρίσκονται τα προξενεία και προχωρεί ως το λευκό πύργο χωρίς να ρίξει το βλέμμα του στις συνεχώς εμφανιζόμενες στρατιωτικές μονάδες, τις ένοπλες και μη, τις έφιππες και τις πεζοπόρες – αυτός δεν θα αισθανόταν ίσως τον υπόκωφα διάχυτο φόβο που είναι απλωμένος πάνω από την πόλη. Στη λαμπερή λιακάδα που ζεσταίνει το πρωινό φρέσκο αεράκι της άνοιξης, απλώνεται ο δρόμος, ζωντανεμένος από το παρδαλό ανακάτωμα των διαφορετικών φυλών. Η (Εγνατία) οδός αποτελεί τρόπον τινά το ουδέτερο έδαφος ανάμεσα στους Σπανιόλους   (τους Εβραίους που μιλούν ακόμη και σήμερα σπανιόλικα), τους λίγους Φράγκους και τους λίγο περισσότερους Έλληνες, που έχουν τα σπίτια τους στον κεντρικό άξονα που συνδέει την οδό με τη θάλασσα και τους μουσουλμάνους που η συνοικία τους ανηφορίζει στο βουνό, στο βόρειο τμήμα της πόλης.
Ήρεμοι και σοβαροί πηγαινοέρχονται οι μωαμεθανοί με τα αρρενωπά, γεμάτα αποφασιστικότητα πρόσωπά τους. Κάπου – κάπου βλέπει κανείς και γυναίκες με μισοσκεπασμένα πρόσωπα να κάνουν τα ψώνια τους. Οι περισσότεροι όμως που συνωστίζονται μέσα στο πλήθος είναι οι δραστηριότεροι Ισραηλίτες με τα μακριά τους καφτάνια, ανάμεσά τους οι Σπανιόλες με τα πράσινα και καφεδιά πανωφόρια, με το ιδιόρρυθμο κάλυμμα της κεφαλής : μια σκούφια, τις περισσότερες φορές πράσινη, κάποτε κόκκινη, περασμένη με άσπρες κορδέλες και που η χρυσοκέντητη επιμήκης άκριά της περικλείνει σαν ένας σάκκος τα πλούσια μαλλιά και πέφτει πάνω από τον τράχηλο προς τα πίσω. Το στήθος μένει σχεδόν ακάλυπτο από μια άσπρη πουκαμίσα. Τα πρόσωπα των Εβραίων αυτών γυναικών, που ήρθαν εδώ κάποτε από την Ισπανία, δεν τα χαρακτηρίζει μόνο η ευγενική κατατομή, αλλά διακρίνονται προπαντός για τα καστανά μάτια που είναι γεμάτα ψυχή. Μερικές τους, με τη γαλήνια, γεμάτα μητρότητα, συχνά σχεδόν μελαγχολική έκφραση, θα αποτελούσαν ένα τέλειο μοντέλο μαντόνας, όχι όμως της ψυχρής ακαδημαϊκής σχολής τύπου Bouguerau, αλλά μάλλον του Dagnan – Bouveret.
Ξαφνικά εμφανίζονται άλλοι τύποι : Βουργάρες με τα πλατιά τους πρόσωπα οδηγούν ένα γαϊδουράκι, στη ράχη του καβάλα το πιο μικρό τους παιδί, ντυμένο όπως κι αυτές, κόκκινα φορέματα – από απέναντι έρχονται Ελληνίδες από χωριά έχοντας σκεπασμένο συχνά το ωραίο κεφάλι μ’ ένα τσεμπέρι απ’ όπου κρέμονται φλουριά πάνω απ’ τους κροτάφους. Έπειτα πάλι Ρωμιοί με πονηρούτσικα ματάκια, παπάδες και καλόγεροι με τα ψηλά μαύρα καλημαύκια τους και τα μακριά μαύρα ράσα, τσιγγάνες κουρελιασμένες με τα παιδιά τους, τζιντζάροι και περιποιημένο ντυμένοι αρβανίτες, και αρναούτες που φυλάνε τα προξενεία, άξιοι να πάρουν το πρώτο βραβείο, ντυμένοι την όμορφη εθνική τους ενδυμασία (φουστανέλλα). Φοράνε στο αγέρωχο κεφάλι το κόκκινο φέσι, όπως όλοι, εκτός από τους φραγκολεβαντίνους, με την άσπρη τους πουκαμίσα, τη φουστανέλα – που την φοράει κι ο Έλληνας χωρικός κι οι καλύτεροι Έλληνες στρατιώτες, οι Εύζωνοι, που κατεβαίνει πολύπτυχη ως το γόνατο, σκεπάζει τους ώμους και τη ράχη με το ισπανικό γιλέκο που είναι συνήθως γαλάζιο, χρυσοκέντητο και γίνεται ένας πραγματικός θώρακας, και που τα φαρδομάνικά της πέφτουν κρεμαστά από πίσω.[…]
Έτσι πολύχρωμοι όπως οι σκηνές του δρόμου που ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας, είναι και οι ήχοι που αγγίζουν τα’ αυτιά μας. Μπροστά από το τραμ τρέχει κατά τη διαδρομή του ένα ξυπόλυτο χαμίνι φωνάζοντας με το χωνί για να κάνουν τόπο στο όχημα που το σέρνουν δυο άλογα και να δώσει στο αμάξι που έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση το σήμα να σταματήσει και ν’ αλλάξει λωρίδα πορείας. Εν τω μεταξύ πλανόδιοι έμποροι διαλαλούν τα εμπορεύματά τους : ο χασάπης που οδηγεί το άλογο ή τον γάιδαρό του φορτωμένο στα πλευρά του δυο χασαποσανίδες απ’ όπου κρέμονται σφαγμένα αρνιά – ο γαλατάς, που οι κανάτες του κρέμονται απ’ το σαμάρι δεξιά κι αριστερά, μπρος και πίσω, έπειτα πάλι ένας γάιδαρος πάει με το χαβά του επικεφαλής μιας γαϊδουροπομπής φορτωμένης σανά, ενώ ένας άλλος έρχεται από την αντίθετη πλευρά, παραφορτωμένος αυτός τους βαριούς σάκους με τα ξυλοκάρβουνα ή τους σωρούς δεματιών με τα φρύγανα. Εν τω μεταξύ ακούγονται κι από τις δυο πλευρές του δρόμου τα χτυπήματα του φαναρτζή και τι λιμάρισμα του κλειδαρά, και οι κρότοι του ξύλινου σφυριού του παπουτσή, που με άξιο χέρι μεταμορφώνει το κομμάτι της οξιάς σε ξυλοτσόκαρο. Δίπλα φτυαρίζει ο ψωμάς τα ψωμιά του από τον φούρνο ενώ τσιρίζουν τα ψάρια στο τηγάνι ενός ψαρομάγειρα κι απέναντι ακούγονται μουρμουριστά τα τραγούδια του καπελά που καθάρισε και πάλι το «γνήσιο φέσι από τη Βιέννη» και το σιδερώνει τώρα δίνοντάς του την τελική φόρμα.[…]
Στη δυτική άκρη της παραλίας, όπου είναι αγκυροβολημένα τα εμπορικά καράβια, επικρατεί, ήδη από νωρίς, ζωηρή κίνηση ακόμη και την ήσυχη αυτή εποχή, που ο φόβος του πολέμου έχει σταματήσει το εμπόριο. Εδώ όπου υψώνονται τα κτίρια των τελωνειακών εγκαταστάσεων, κοντά στα πλοία που ξεφορτώνουν και στον παραπέρα σιδηροδρομικό σταθμό,  τρέχουν οι άνθρωποι του εμπορίου για τις δουλειές τους, Οι χεροδύναμοι καστανόχρωμοι χαμάληδες – αποκλειστικά Εβραίοι – που εκτελούν όλοι τους εδώ τις βαριές σωματικές εργασίες με υπομονή και με μέτριο μισθό προς πλήρη ικανοποίηση των πάντων, φορτώνουν με δεξιοτεχνία τα καλάθια για τα ψάρια και τα κάρβουνα ή τα σχοινιά με τα τούβλα στη ράχη τους, όπου έχουν απλώσει ένα χοντρό τσουβαλόπανο, που στο κάτω μέρος σχηματίζει ένα είδος μαξιλάρι από βούρλα και καλάμια, για να μπορούν να συγκρατούν τα βαριά φορτία με την προέκταση του σαμαριού προς τα κάτω υπό την οσφύ, ακουμπισμένα με άνεση πάνω στα ισχία. Άλλος πάλι διαλαλεί τα πουλερικά του : κοτόπουλα, κοκόρια και μικρούς γάλους, που τάχει ζωντανά δέσει από τα πόδια και τάχει κρεμασμένα δεξιά κι αριστερά, μπρός και πίσω πάνω από τους δυο ώμους. Αλλά κι αυτοί που προσφέρουν στους χαμάληδες το πρωινό τους ρόφημα δε λείπουν από τη σκηνή : στήνουν το φορητό τους κατάστημα, που είναι οι κανάτες με το ζεστό γάλα ή το σαλέπι – ένας γλυκός χυμός από κοτσάνι φυτού – και το διαλαλούν δυνατά μια εδώ, μια εκεί, κατεβάζοντας απ’ το κεφάλι με περισσή τέχνη τις στρογγυλές σανίδες με τα ψωμιά και τις πάστες για να τις τοποθετήσουν σ’ ένα κομψό τρίποδα.» (Ενεπεκίδης, 1982: 108 – 112)

12. ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ακροσόλιο :

Αντερί : 

Αλατζά : 

Άσπρα :

Βερατλής :

Βιλαέτι : 

Γκιαούρ ή γκιαούρης :

Εσνάφι ή ισνάφι : 

Καμεριέρ : 

Καφίρης : 

Καφτάνι :

Κεσές (-έδες) :

Κομιτάτο :

Λατίν – μιλετί : 

Μαρτύριο :

Μεντρεσέ : 

Μετάχης :

Μόσχος : 

Μπαΐρι :

Μπεζεστένι 
(Bezistan ή Bedesten) : 
Μποζά :

Μποζαχανές :

Νυμφαίο :

Πεσσός :

Πεστιμάλι :

Σαχινσίν (και σαχνίσια) :

Σεράι  (και σαράι) :

Σερί (-ηδες) :

Σινί :

Ταβάς :

Τακιέ :

Τέζερης ή τέντζερης :

Τσαρντάκι :

Τσίτι :

Τσιφούτ :

Χαβούζα :

Εσοχή, παραλληλόγραμμη με τόξο.

Μακριά, ποδόσυρτη ρόμπα από αλατζά ή παρδαλότσίτι.

Υπέρυθρο, χρωματιστό.

Χρήματα.

Αυτός που επί τουρκοκρατίας είχε ξένη υπηκοότητα ή που «προστατευόταν» από ισχυρή δυτική χώρα.
Περιφερειακή διοικητική διαίρεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που αντικατάστησε τις Γενικές Διοικήσεις.
Άπιστος.

Συντεχνία.

Περίπτερο εξωτερικό σε αυλή.

Άπιστος.

Ένδυμα των ανατολικών λαών πλούσια διακοσμημένο και ντυμένο με γούνα.

Τα πήλινα σκεύη.

Επιτροπή συνεργασίας για ορισμένο σκοπό. Επαναστατική οργάνωση.

Μωαμεθανοί που έγιναν καθολικοί.

Τόπος λατρείας λειψάνων μαρτύρων.

Ιεροδιδασκαλείο.

Είδος μίμου, που τις νύχτες του ραμαζανιού διασκέδαζε τους Τούρκους μιμούμενος διάφορα πρόσωπα.
Αρωματική ουσία.

Πλαγιά λόφου.

Αγορά πολύτιμων εμπορευμάτων. Συνήθως ήταν σκεπασμένη και θολωτή.

Ποτό από κεχρί.

Κατάστημα που πουλούσε μποζά.

Ιερό των νυμφών.

Τετράγωνη κολόνα στην οποία στηρίζονται οι αψίδες του θόλου.

Ενοικιαζόμενη πετσέτα σε χαμάμ.

Εξώστες, κλειστά θεωρεία.

Παλάτι, αρχοντόσπιτο.

Πιστοί μουσουλμάνοι, σε αντίθεση με το «καφίρηδες» (άπιστοι).

Μεγάλο ταψί.

Στρόγγυλο ταψί.

Σκούφος.

Κατσαρόλα, χάλκινο μαγειρικό σκεύος.

Υπόστεγο.

Κοινό βαμβακερό ύφασμα με απλή ύφανση.

Εβραίος.

Χτιστή δεξαμενή.
 



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Βοηθητική βιβλιογραφία

Αρχαιολογία, (1983), Αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη, 7, Αθήνα.

Βακαλόπουλος, Α., (1955 – 1960), Υπήρξεν επί Τουρκοκρατίας Μητροπολιτικός ναός ο Άγιος Γεώργιος (Rotonda) και πότε; Μακεδονικά, 4,  σ. 547 - 549.

Βακαλόπουλος, Α., (1985), Αναμνήσεις από την παλιά Θεσσαλονίκη, Μαλλιάρης – Παιδεία, Θεσσαλονίκη.

Βαφόπουλος, Γ., (1985), Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης, Νέα Εστία, 1403, Αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη, σ.σ. 14 – 36, Κολλάρος, Αθήνα.

Γούναρη, Γ., (1972), Αι εορταστικαί επιγραφαί των ψηφιδωτών του τρούλλου του Αγίου Γεωργίου  Θεσσαλονίκης, Μακεδονικά, 12, σ.σ. 201.

Δημητριάδης, Β., (1983), Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας 1430 – 1912, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη.

Ενεπεκίδης, Π.Κ., (1982), Θεσσαλονίκη και Μακεδονία 1798 – 1912, Κολλάρος, Αθήνα.

Ευαγγελίδης, Δ., (1954), Η Παναγία Χαλκέων, Θεσσαλονίκη.

Ζαφείρης, Χ., (1997), Θεσσαλονίκης Εγκόλπιον, Εξάντας, Αθήνα.

Θεοχαρίδη, Γ., (1953), Η “Rotonda” του Αγίου Γεωργίου εις τας αναμνήσεις του Robert de Preux, Θεσσαλονίκη.

Θεοχαρίδη, Γ., (1954), Ο ναός των Ασωμάτων και η Rotonda του Αγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης, Ελληνικά, 13, σ.σ. 24 – 70.

Θεοχαρίδη, Γ., (1955), Ο ναός των Ασωμάτων και η Rotonda του Αγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης, Πεπραγμένα Θ' Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου Ι, Θεσσαλονίκη, σ.σ. 475.

Κοντογιάννη, Π.Μ., (1996), Πλήθος Εβραίων μέγα…, Επτά Ημέρες, Καθημερινή 3 – 3 – 96, αναδημοσίευση από το περιοδικό Παναθήναια, Αθήνα, Οκτώβριος 1912.

Κουρκουτίδου, Ε., - Νικολαΐδου, Α., (1997), Περίπατοι στη Βυζαντινή Θεσσαλονίκη, Καπόν, Αθήνα.

Μόλχο, Ρ., (1996), Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, Επτά Ημέρες, Καθημερινή    3 – 3 - 96.

Μοσκώφ, Κ., (1975), Θεσσαλονίκη. Τομή στη Μεταπρατική Πόλη, Θεσσαλονίκη.

Μοσκώφ, Κ., (1988), Εισαγωγικά στην Ιστορία του Κινήματος της Εργατικής Τάξης, Καστανιώτης, 3η έκδοση, Αθήνα.

Μουτσόπουλος, Ν., (1985), Η παλαιοχριστιανική φάση της Ροτόντας του Αγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης, Πρακτικά του 10ου Διεθνούς Συνεδρίου Χριστιανικής Αρχαιολογίας, Β', Θεσσαλονίκη , σ.σ. 355 – 376.

Μπαλτά, Α., - Φουρναράκη, Ε., (1998), Η χρήση του κοινωνικού παράγοντα στη σχολική ιστοριογραφία, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα.

Ξυγγόπουλος, Α., (1918), Ο ναός της Θεοτόκου των Χαλκέων, (2η έκδοση), Γρηγόριος Παλαμάς.

Παπαδόπουλος, Σ., (1982), Η Χαλκοτεχνία στον Ελληνικό χώρο 1900 – 1975, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Ναύπλιο.

Σταμπουλή, Γ.Ν., (1984), Η Ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και  μετά το 1912, Διόσκουροι, Θεσσαλονίκη.

Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη. Στοιχεία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης, (1978),

Τζάννης – Γκίνερουπ, Ν.,  (1996), Η μουσική των Ισπανοεβραίων, Επτά Ημέρες, Καθημερινή 3 – 3 96.

Τομανάς, Κ., (1997), Οι Πλατείες της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944), Νησίδες, Σκόπελος.

Τομανάς, Κ., (1997), Τα Σχολεία της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944), Νησίδες, Σκόπελος.

Τσακτσίρας, Λ., (1996), Παλιά Θεσσαλονίκη, Μαλλιάρης, Θεσσαλονίκη.

Τσελεμπί. Ε., (1991), Ταξίδι στην Ελλάδα,(Χειλαδάκης, Ν.), Εκάτη, Αθήνα.

Τσιτουρίδου, Ά., (1985), Η Παναγία Χαλκέων, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη.

Χασιώτης, Ι. Κ., (1985), Η Θεσσαλονίκη της Τουρκοκρατίας, Νέα Εστία   1403, Αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη, σ.σ. 161 – 172, Κολλάρος, Αθήνα.

Χασιώτη, Ι.Κ., (1985), Σταθμοί και κύρια χαρακτηριστικά της ιστορίας της Θεσσαλονίκης, Νέα Εστία, 1403, Αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη, σ.σ. 142 – 145, Κολλάρος, Αθήνα.

Χατζητρύφωνος, Ε., (1989 – 90), Το Οθωμανικό Λουτρό της Αγοράς Yahudi Hamami (Λουλουδάδικα) της Θεσσαλονίκης, Μακεδονικά 27, 79 – 120, Θεσσαλονίκη.

Χεκίμογλου, Ε., - Danacio?lu E., (1998), Θεσσαλονίκη πριν από 100 χρόνια. Το Μετέωρο Βήμα προς τη Δύση, University Studio Press, Θεσσαλονίκη.

Πεζογραφήματα  και  ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη

Γ. Φ. Βαφόπουλος,  «Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ.σ. 14 – 36.

 Μ. Τριάστερος (Μίνως Λαγουδάρης), «Ο κύριος Παρλεβού Φρανσέ και η κυρία Ιτσελόγκουε», Πρόλογος συγγραφέως, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ.σ. 407 –408.

 Ν. Γ. Πεντζίκης, «Μητέρα Θεσσαλονίκη», Πανόραμα και ιστορία,  Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ.σ. 416 – 418.

 Γ. Ιωάννου, «Για ένα φιλότιμο», Στα καμένα, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ.σ. 420 – 422.

 Ν. Μπακόλας, «Μυθολογία», Οι σύμμαχοι, Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ.σ. 425 – 427.

 Γ. Θ. Βαφόπουλος, «Η πυρκαγιά του αιώνος», Η Θεσσαλονίκη των παλαιότερων συγγραφέων, Ιανός, 1998, σ.σ. 7 – 13.

 Γ. Ιωάννου, «Η πλατεία του Αγίου Βαρδαρίου», Η Θεσσαλονίκη των παλαιότερων συγγραφέων, Ιανός, 1998, σ.σ. 15 – 26.

 Α. Καρκαβίτσας, «Θεσσαλονίκη», Η Θεσσαλονίκη των παλαιότερων συγγραφέων, Ιανός, 1998, σ.σ. 37 – 51.

 Φ. Κόντογλου, «Η Θεσσαλονίκη», Η Θεσσαλονίκη των παλαιότερων συγγραφέων, Ιανός, 1998, σ.σ. 63 – 67.

 Α. Παπαδιαμάντης, «Ο χαραμάδος», Η Θεσσαλονίκη των παλαιότερων συγγραφέων, Ιανός, 1998, σ.σ. 79 – 83.

 Ζ. Μαμαλάκη, «Οι χαλκιάδες», Σας παρουσιάζουμε τη Θεσσαλονίκη, Textes Fran?ais – Anglais, Θεσσαλονίκη, 1976, σ.σ. 17 – 20.

 Ζ. Καρέλλη, «Η στενή πύλη», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ.σ. 351 – 353.

 Π. Θασίτης, «Ανασκαφή», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ.σ. 368 – 369.

 Ν. Καββαδίας, «Θεσσαλονίκη ΙΙ», Τραβέρσο, Κέδρος 1983, σ.σ. 26 – 27.



Σημειώσεις

1. Ο Χασιώτης αναφέρει 2.000 κατοίκους χριστιανούς (Χασιώτης, 1985: 162) , οι Βακαλόπουλος και Δημητριάδης δε δηλώνουν αριθμό, αναφέρουν μόνο λίγες χιλιάδες κατοίκους (Βακαλόπουλος, 1985) και (Δημητριάδης, 1983: 15).
 2. Κατά τον Κ. Μοσκώφ ο Γάλλος ιστορικός Braudel καταγράφει πως το εβραϊκό στοιχείο διώχνεται από την Αγγλία στα 1290, στα 1348 από τη Γερμανία, από το Παρίσι στα 1394, στα 1492 από την Ισπανία και ως το τέλος του 16ου αι. από τις ισπανικές κτήσεις της Ιταλίας (Braudel, F., Mediterranee ΙΙ, σ.150)
 3. Πρόκειται για την εκκλησία Άγιος Νικόλαος ο Τρανός, στην ανατολική πλευρά της σημερινής πλατείας Δικαστηρίων. Χρησιμοποιήθηκε ως μητροπολιτικός ναός μετά την πυρκαγιά του 1890 οπότε κάηκε η μητρόπολη. Ο ναός κάηκε ολοσχερώς στην πυρκαγιά το 1917. Στη θέση του βρίσκεται σήμερα ομώνυμος ναός πολύ μικρότερος.
 4. Είναι η Μεγάλη ή Τρανή ή Νέα Παναγία κοντά στη διασταύρωση των οδών Μητροπόλεως και Παύλου Μελά.
 5. Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν απολύτως αξιόπιστα αριθμητικά στοιχεία για τον πληθυσμό της Θεσσαλονίκης κι όλης της Μακεδονίας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Όλες οι πληροφορίες βασίζονται σε καταγραφές περιηγητών και στα τουρκικά αρχεία της Πόλης. Πριν από το 1.430 υπάρχει μια βενετική έκθεση του 1423 που αναφέρει 40.000 κατοίκους.
 6. Για την ίδια χρονολογία ο Δημητριάδης αναφέρει ότι λόγω της καταστροφής μέρους του τούρκικου τεφτεριού απογραφής, δεν μπορούνε να μιλήσουμε για τον αριθμό των μουσουλμάνων, αλλά παραθέτει τους αριθμούς 13.225 για τους Εβραίους, 5.081 για τους χριστιανούς (Δημητριάδης, !983: 461)
 7. Τα στοιχεία προκύπτουν από οθωμανικά φοροεισπραχτικά έγγραφα.
 8. Στο ενημερωτικό τεύχος «Στοιχεία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονίκη 1978, αναφέρεται ότι 14.000 Εβραίοι εγκατέλειψαν την πόλη, μετά τα γεγονότα του 1931, με προορισμό την Παλαιστίνη.
 9. Το βιλαέτι ήταν ένα μεγάλο διοικητικό διαμέρισμα, που κάλυπτε έκταση πολλών σύγχρονων νομών. Κάθε βιλαέτι ήταν χωρισμένο σε «σαντζάκια» και κάθε «σαντζάκι» σε «καζάδες». Το βιλαέτι της Θεσσαλονίκης ήταν χωρισμένο σε τρία «σαντζάκια»: της Θεσσαλονίκης, της Δράμας και των Σερρών. Το «σαντζάκι της Θεσσαλονίκης περιελάμβανε 19 καζάδες, οι οποίοι κάλυπταν τη σημερινή Κεντρική Μακεδονία, τη Χαλκιδική καθώς και λίγες περιοχές των Σκοπίων. Το σαντζάκι της Δράμας περιελάμβανε 6 καζάδες, που κάλυπταν τους σημερινούς νομούς Δράμας και Καβάλας και μια περιοχή της Βουλγαρίας. Τέλος το σαντζάκι των Σερρών περιελάμβανε το σημερινό νομό Σερρών και ορισμένες επαρχίες που περιήλθαν στη Βουλγαρία (Χεκίμογλου Ε., - Danacioglu, E., 1998)
10. Η ισραηλιτική κοινότητα, από το 1568,  είχε το προνόμιο να πληρώνει τον κεφαλικό φόρο σε είδος, με ύφασμα της υφαντουργίας της τσόχας και το προνόμιο αγοράς της πρώτης ύλης σε χαμηλή τιμή, ορισμένη από το δημόσιο (το 1 / 4 της τρέχουσας της αγοράς, 12 άσπρα έναντι 32 τον 18ο αι.) (Μοσκώφ, 1988: 303 –304)
11. Ο Δημητριάδης καταγράφει την πληροφορία, πως το 1922 – 23, όταν καταρτιζόταν από τον Γάλλο μηχανικό E. Hebrard και τους συνεργάτες του το νέο σχέδιο της πόλης, εξισλαμισμένοι Εβραίοι, που κατοικούσαν στις μικρές τουρκικές συνοικίες Katib Musliheddin, Άbdullah Kadi και Haci Hasan, πλησίασαν έναν από τους βοηθούς του, τον μηχανικό Eli Modiano, και πρότειναν να δώσουν στον Hebrard δέκα ως είκοσι χιλιάδες χρυσά γαλλικά εικοσόφραγκα αν δεχόταν να τροποποιήσει το αρχικό σχέδιο και να προσθέσει ένα οικοδομικό τετράγωνο σε κάποιο σημείο της σημερινής πλατείας Δικαστηρίων. Η πληροφορία προκαλεί το ερώτημα για πιο λόγο ήθελαν οι Εβραίοι Donme να προσφέρουν ένα τόσο υπέρογκο ποσό για τη δημιουργία και μόνο ενός οικοδομικού τετραγώνου. Μπορεί κανείς να υποθέσει εύλογα, ότι στο σημείο εκείνο πρέπει να υπήρχαν υπόγειες στοές, όπου πιθανόν οι Donme, που επιφανειακά μόνο είχαν εξισλαμισθεί,  τελούσαν ακόμη κρυφά τα θρησκευτικά καθήκοντα που τους υπαγόρευε η εβραϊκή τους πίστη (Δημητριάδης, 1983: 150 –151).
12. Βλέπε Μοσκώφ Κ. , Θεσσαλονίκη τομή στη μεταπρατική πόλη, 1979 και Μοσκώφ Κ., Εισαγωγικά στην Ιστορία του Κινήματος της Εργατικής Τάξης, 1988, 3η έκδοση.
13. Οι χριστιανοί είχαν ως ημέρα αργίας την Κυριακή και οι μουσουλμάνοι την Παρασκευή. Η εμπορική όμως κίνηση ε σταματούσε καθόλου τις μέρες αυτές, όπως συνέβαινε το Σάββατο.
14. Ο όρος ανήκει στο Γερμανό φιλόσοφο Carl Gustav Carus.
15. Οι πρώτες ανασκαφικές εργασίες στην περιοχή έγιναν το 1918 από το Γάλλο αρχιτέκτονα Ε. H?brard, μέλους της αρχαιολογικής αποστολής της Armee d’ Orient. Αργότερα, το 1939, ο Δανός αρχαιολόγος ή αρχιτέκτονας Dyggre επέκτεινε τις ανασκαφές σε όλο το γαλεριανό συγκρότημα.
16. Μυστηριακές θεότητες με το σπουδαιότερο ιερό στη Θράκη, απόγονοι του Ηφαίστου και της Καβειρούς.
17. Η Ροτόντα έγινε τζαμί το μουσουλμανικό έτος 999 (30-10-1590/18-10-1591) από τον Gazi Fatih-i Yemen (=κατακτητής της Υεμένης) Sinan Pasa και τον Hortaci Efendi, σεΐχη του κοντινού τεκέ Halveti δερβίσηδων.
18. Ακατέργαστη πέτρα
19. Οι πληροφορίες προέρχονται από τουρκικά φορολογικά κατάστιχα (Esas = βασικά και Hul?sa = συνοπτικά), που καταρτίστηκαν το 1906 και χρησιμοποιήθηκαν τον επόμενο χρόνο. Σε αυτά οι Τούρκοι κατέγραψαν ό,τι υπήρχε σε κάθε συνοικία. Βλ. Δημητριάδης, 1883: 55-80.
20. Πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής.

21. Στο υπέρθυρο της κυρίας εισόδου του ναού υπάρχει λαξευμένη η επιγραφή με το έτος ίδρυσης : «ΑΦΙΕΡΩΘΗ Ο ΠΡΙΝ ΒΕΒΗΛΟΣ ΤΟΠΟΣ ΕΙΣ ΝΑΟΝ ΠΕΡΙΒΛΕΠΤΟΝ ΤΗΣ Θ(ΕΟΤΟ)ΚΟΥ ΠΑΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟ(ΡΟΥ)  ΕΝΔΟΞΟΤΑ(ΤΟΥ) ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ (ΠΡΩΤΟ)ΣΠΑΘΑΡΙΟΥ Κ(ΑΙ) ΚΑΤΕΠΑΝΩ ΛΑΓΟΥΒΑΡΔΙΑΣ Κ(ΑΙ) ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΑΡΙΑΣ Κ(ΑΙ) ΤΩΝ ΤΕΚΝΩΝ ΑΥΤΩΝ ΝΙΚΗΦΟ(ΡΟΥ) ΑΝΝΗΣ Κ(ΑΙ) ΚΑΤΑΚΑΛΗΣ ΜΗΝΙ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΩ ΙΝΔ(ΙΚΤΙΩΝΟ)Σ ΙΒ' ΕΤ(ΟΥΣ) SΦΛΖ`.
Κατεπάνω : Πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής
Λαγουμβαρδία : Βυζαντινό Θέμα Ν. Ιταλίας
22. Ο ναός έγινε τζαμί στα μέσα του 15ου αι. από τον Balaban Aga, καθώς φαίνεται σε τεφτέρι καταγραφής του 1478 (Δημητριάδης, Β., 1983: 312)
23. Η λέξη Kulhan, τουρκικής προέλευσης, φαίνεται να δείχνει ότι το λουτρό προϋπήρχε της εγκατάστασης των Εβραίων στη Θεσσαλονίκη.
24. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του «ιδιοκτήτη-χρήστη» της ταβέρνας «Λουτρός», που στεγάζεται στο χώρο των γυναικείων αποδυτηρίων από το 1950, λειτουργούσε σαν «καρβουνιάρικο» προπολεμικά αλλά και μεταπολεμικά. Για τους άλλος χώρους μαρτυρεί τη λειτουργία σιδεράδικου, τυπογραφείου, πρατηρίου καυσίμων, ουζερί κ.ά.
25. Την ίδια περίοδο ανάγονται τα μνημεία  μπεζεστένι (1465), Bey Hamami (1444), Hamza Bey  Cami  (1467).
26. Ο Β. Δημητριάδης βασιζόμενος στον Εβλιγιά Τσελεμπί   και βακουφικό τεφτέρι τεφτέρι αρ. Β1423 Seval 1253 (20-1-1838)  τοποθετεί την ανέγερση του μνημείου τον 17ο αι., από τον Halil-Aga-Bazmivahur, μεγάλο σταβλάρχη και αργότερα βεζύρη.
27. Παρόμοιοι χώροι υπάρχουν στο Bey Hamami ( Λουτρά Παράδεισος ) και στο Pasa Hamami ( Λουτρά Φοίνιξ). Στα χαμάμ που δεν υπήρχε όροφος, υπήρχε περιμετρικά στο χώρο υποδοχής – απόδυσης, χαμηλό, συνήθως κτιστό, επίπεδο ( divan )  κάτω από το οποίο υπήρχαν κόγχες με θέσεις για τα υποδήματα και το οποίο χρησίμευε για ανάπαυση και  απόδυση ( Islahmne Hamami = Λουτρό του Ορφανοτροφείου).
28. Ιερό των μουσουλμάνων, μέρος του τζαμιού, το ιερό όπου προσεύχεται ο ιμάμης.
29. Δημητριάδης, Β., Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, σ.σ. 423 – 443.

Menu 1.4

Κείμενα και επιστολές στις διευθύνσεις
anthogal@eled.auth.gr     και    vschool@eled.auth.gr
© Copyright Virtual School